Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Προς την Επανάσταση, ταυτότητα των Ελλήνων.(γ)

Όπως έχουμε ξαναπεί η συνείδηση των Ελλήνων της Επανάστασης του 21’ κάθε άλλο παρά αποτέλεσμα συγκυριών εκείνων των χρόνων ήταν. Η συνείδηση βαθιά ριζωμένη σε όλο το Γένος καθ’όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, έχοντας ως βασικά χαρακτηριστικά την πίστη προς την παράδοση του Βυζαντίου(εκφραζόμενη με τους θρύλους για την Πόλη, τον τελευταίο Αυτοκράτορα κ.α.), την πεποίθηση ότι δικαιούμαστε ένα καλύτερο μέλλον σαν παιδιά των δοξασμένων αρχαίων, και τέλος την αφοσίωση στην ορθόδοξη πίστη(που δεν σημαίνει υποχρεωτικά εμπιστοσύνη και πίστη στους λειτουργούς της θρησκείας…), απλώς εκδηλώθηκε επιτέλους πετυχημένα το 1821, εκπληρώνοντας τις προσδοκίες τόσων γενιών.

Η ζώσα παράδοση της αυτοκρατορικής κληρονομιάς των Ελλήνων, με κέντρο την Πόλη, δεν έπαψε ποτέ να εκδηλώνεται και στα γραπτά μνημεία που έχουν διασωθεί, δίνοντας μας την εικόνα της αυτοσυνειδησίας και της επίγνωσης των λόγων που οδήγησαν τους Έλληνες σε εκείνη την θλιβερή κατάσταση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ναυπλιώτης Θεοδόσιος Ζυγομαλάς(1544 - 1607) που θεωρούσε αρχή των κακών την άλωση της Πόλη από τους Φράγκους :

ακούω, και ως εν ευεργετικοίς αρχοντικοίς γράμμασι του Γένους ημών ορώ, προ τριακοσίων ήδη ενιαυτών(το εκείθεν δε αφίημι λέγει δια το μακρήγορον) ότε Γουϊδών τις ντε Βίν(Guy de la Roche) λεγόμενος Γαλός και το μετά τούτον Ιάκωβος ντε λα Ροκάς(Jacques de la Roche), ήσαν ποτε κύριοι Αθηνών, και ενωτίζοντο, ότι η νέων Ρωμαίων είτε Γραικών βασιλεία ασθενείν άρχεται, …» (1)

Η απελπισία είναι έντονη, καθ’όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, και είναι εμφανές σε κάθε γραπτό μνημείο της εποχής , όπως στην έμμετρη ιστορία του μητροπολίτη Μύρων Ματθαίου (1594-1624), από τη Πωγωνιανή της Ηπείρου:

«Αλλοίμον, αλλοίμονον ‘ς το γένος των Ρωμαίων

πως έγεινεν ανόσιον και καταφρονεμένον!

ώ πως εκαταστάθηκε το γένος των Ελλήνων,

και επεριπλέχθήκετε μέσον πολλών κινδύνων,

από τεσάς η φρόνησις και η σοφία όλη

εβγήκε και εξάπλωσε ‘ς την οικουμένην όλη

Και άρματα και γράμματα και η θεολογία

από τεσάς εφάνηκε και η πολλή ανδρεία,

γραμματική, ποιητική, ρητορική, και τ’άλλα,

όσα λεπτά μαθήματα και πράγματα μεγάλα,

όλα εσείς τα βρίσκετε και εμοιράσετέ τα

είς όλα τα βασίλεια, ωσάν με την τρουμπέττα,

ο κόσμος σας επαίνεσεν όλος εις την σοφίαν,

τώρα πως εξεπέσετε ‘ς του Τούρκου την σκλαβίαν.

Αλλοίμον, αλλοίμονον, καλή μου βασιλεία,

και πως εστερηθήκαμεν καλήν σου ομιλία.

και συ, Κωνσταντινούπολις, πως εκαταφρονέθης

και από γένος μιαρόν εκατακυριεύθης,

εχάθηκεν η δόξα σου, εχάθη κ’ή τιμή σου,

και σε ορίζουν βάρβαροι τώρα με την πομπή σου,

και πάτησαν τα τείχη σου και πήραν την στολή σου,

και στέφος το βασιλικόν επήραν οι εχθροί σου,

ώ πως και να εξύπναγεν ο μέγας Κωνσταντίνος,

ο ποίος σε ανάκτισεν με όρεξιν εκείνος,

και να σε ήθελεν ιδείν πως είσαι σκλαβωμένη,

αθλία και ταλαίπωρος και καταφρονεμένη,

…» (2)

Η συνείδησή τους ήταν αυτή που έδινε στους Έλληνες δύναμη, ακόμα και στο πεδίο της μάχης, ακόμα κι αν αυτό ήταν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τις εστίες του.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αφήγηση ενός άλλου Ηπειρώτη, του Σταυριανού Βηστιάρη, από τη Μαλσιανή του Δέλβινου, που έζησε στα τέλη του 16ουαιώνα

Στο επικό του ποίημα, λοιπόν, «Ανδραγαθίες του ευσεβεστάτου και ανδρειωτάτου Μιχαήλ Βοεβόδα», προς τιμή του βοεβόδα Μιχαήλ (Mihai Viteazul -1558 -1601) της Βλαχίας, Μολδαβίας και Τρανσυλβανίας,ο οποίος από τη μεριά της μητέρας του ήταν γόνος της Φαναριώτικης οικογένειας των Καντακουζηνών, ο Βηστιάρης περιγράφει τη μάχη μεταξύ των Ελλήνων μισθοφόρων που υπηρετούσαν το πριγκηπάτο, εναντίον των γειτονικών Τατάρων, και πως οι Έλληνες αναθάρρησαν :

«Και ο Μιχάλης(τον βοεβόδα εννοεί) τ’άκουσεν, πολλά του κακοφάνη,

Και πρόσταξε να’τοιμασθούν να παν να βρούν τον Χάνη,

και τους Ρωμαίους έστειλαν τρακόσια παλληκάρια,

να’δούσι πόθεν έρχονται, να μάθουσιν καθάρια,

να’δουν αν ήναι περισσοί, αν ήν’μαζί κ’ο χάνης,

να του μηνύσουν γλήγορα, να πάγη και ο Μιχάλης.

Οι δε Τατάροι ήσανε ογδόντα χιλιάδες,

που σέβηκαν και κούρσευσαν παιδία και μαννάδαις,

και ήλθαν εις το Νάσλοβον, κ’ήσαν ταμπαρωμένοι

ο Χάνης και άλλοι περισσοί, όλοι διαλεγμένοι,

κ’εβγήκαν οι Ρωμαίοι αυτοί, τ’άξια παλληκάρια,

ομπρός διαβιγλάτορες να μάθωσιν καθάρια,

να ιδούν αν ήναι περισσοί, να κράξουν και τους άλλους,

να έλθουν εις βοήθειαν να μην τους πάρουν σκλάβους,

και βουλευθήκαν λέγοντες «ας πάμεν μοναχοί μας,

ή να κερδέσωμεν τιμήν, ή να χαθ’η ζωή μας,

Δεν βλέπετ’ότι βούλονται οι Βλάχοι να μας φάγουν

και δια τούτ’εδ’έστειλαν ημάς δια να πιάσουν,

εώς πότε να ήμεσθεν ‘κ τους Βλάχους ωργισμένοι,

και από μεγάλους και μικρούς νάμεσθ’ωνειδισμένοι;

Αλέξανδρος ο βασιλεύς όλην την οικουμένη

με τους Ρωμαίους ώρισεν, διατ’ήσαν ανδρειωμένοι,

και ημείς να γένωμεν δειλοί οπίσω να στραφούμεν;

αν Μακεδόνες ήμεσθεν σήμερον ας φανούμεν,

σήμερον ας τιμήσωμεν και γένος και πατρίδα,

ή σήμερ’ας παιθάνωμεν χωρίς άλλην ελπίδα,

διότι αν κράξωμεν ημείς Βλάχους να μας βοηθήσουν,

θέλουν ειπ’εφοβηθημεν, και θε μας ονειδίσουν,

αλλά ας πάμεν μοναχοί απάνω’ς τους Τατάρους,

κ’ελπίζω να τους πάρωμεν όλους ωσάν γαϊδάρους.». (3)

Τελικά η μάχη έληξε υπέρ των Ελλήνων:

« κ’οι Ρωμαίοι τους κυνηγούν ωσάν ανδρειωμένοι,

εκεί να ιδής Τατάριδαις ‘ς το χιόνι ξαπλωμένοι,

πολύ κακόν τους έκαμαν όσον να ξημερώσει,…» (στ.177-179):

Ποιο αξιοθαύμαστο μνημείο όμως στέκει τούτο, που τα’ακουσαν να τραγουδιέται στο σπίτι του μπέη της Μάνης στα τέλη του 18ου αιώνα οι…Κορσικανοί αδελφοί Stephanopoli, που συγκινημένοι επισκέφτηκαν τον τόπο των προγόνων τους οι οποίοι φεύγοντας από το Οίτυλο εγκαταστάθηκαν τελικά στο Καργέζε της Κορσικής όπου η ανάμνηση της ελληνικής/μανιάτικης καταγωγής είναι ζωντανοί ακόμα και σήμερα.

Στον πύργο λοιπόν του Τζανέτμπεη Γρηγοράκη, στο Μαραθονήσι(Γύθειο), μπροστά σε έναν Αθηναίο, έναν Μακεδόνα, τρεις Κρητικούς και έναν Ηπειρώτη, που είχαν πάει να επισκεφτούν τον «μανιάτμπεη», άρχισαν να τραγουδάνε το σε μορφή διαλόγου «Τραγούδι της Ρούμελης» :

“Ο ξένος της Ρούμελης:

-Όλος ο κόσμος χαίρεται

Όλοι βαρούν παιγνίδια

Η Ρούμελη και τα νησιά

Στέκουνε πικραμμένα.

Ρούμελη, για δε χαίρεσαι,

Για δεν βαρείς παιγνίδια;

Η Ρούμελη του ξένου:

-Εις την σκλαβιάν που με θωρείς,

Στα σίδηρα του Τούρκου,

Μπρε να μου’πης να χαιρεθώ

Πως σε βαστά η καρδιά σου;

Μην είσαι ξένος και έφθασες,

Και ακόμη δεν ηξεύρεις

Τι γίνεται στην Ρούμελη,

Και τι περνά εις την Πόλιν;

Μην είσαι φίλος των Γραικών,

Και απεθυμάς να μάθης

Το τι έχω και δεν χαίρομαι,

Διατί είμαι λυπημένη;

Όποιος και αν είσαι, άνοιξε

Την ιστορίαν, και ίδε

Τ’ήτον η Γραίκια μια φορά,

Και άκουσε τ’είναι τώρα.

Που το τύρρανος μου ερήμαξε

Το γένος των Ρωμαίων;

Που είναι η Αθήνα μου,

Που είναι κείνη η Αθήνα,

Που ο κόσμος εθαμάστηκε,

Και σέβεται ακόμη;

Εκεί επρωτοφάνηκε

Η ελευθερία εις τον κόσμον

Εκεί διαλάλησε ο Σόλων

Των Αθηναίων τους νόμους,

Εκεί έτρεχαν να φωτισθούν

Της Ευρώπης τα έθνη,

Και, από τα πέρατα της γής,

Έρχουντον στην Αθήνα

Των βασιλέων τα παιδιά

Στερηάς και του πελάγου,

Άλλα να ιδούν τα εργόχειρα

Των θαυμαστών τεχνήτων

Άλλα να σμίξουν τους σοφούς,

Να μάθουν επιστήμαις

Ν’ακούσουν παραδείγματα

Από τους φιλοσόφους.

Εκείνη η Αθήνα που αγροικάς

Που έλαβε τόσης φήμην,

Τώρα η σκλαβιά την έφαγε,

Τώρα δεν είναι πλέον.

Τώρα οι διαβάταις που περνούν,

Οι ξένοι που διαβαίνουν

Άλλον εκεί δεν βρίσκουνε,

Άλλον εκεί δεν βλέπουν

Παρά ένα έρημον χωριόν

Κει που ήτον η Αθήνα

Και έναν φιλάργυρον Αγάν

Στον τόπο του Αρεοπάγου.

Και ποιος ν’αράξη στο Μωρηά,

Και δάκρυα να μην χύση;

Και όποιος είχε τον ιδεί

Στον καιρόν των Ελλήνων,

Πρι του παρά να σκλαβωθή,

Έπρεπεν να πιστεύση

Τον είχαν κτίσει οι θεοί

Δια μιαν στολήν του κόσμου,

Και τώρα είναι άγριος και έρημος,

Και άγρια θερία θρέφει.

Όπου ρίξω το βλέμμα μου,

Όπου γυρίσω, βλέπω

Σκλαβιά, χηράδες, και αρφανά,

Και Τούρκους ματολαύταις.

Στην Ρούμελην κάθε πασάς,

Στον τόπον όπου ορίζει

Έστοντας εφταξούσιος,

Ό,τι του ορμήση κάμνει.

Γδύνει, αχανίζει φαμελιαίς,

Και χόρτασιν δεν έχει,

Όσον που να ιδή τον ραγιά

Γυμνόν και πεινασμένον

Και αν είν’κανένας πλούσιος,

Μαύρη, κακή του μοίρα!

Να χάση πλούτη και ζωήν

Κάθε ώρα κινδυνεύει.

Και τα καΰμένα τα νησιά

Ανάπαυσιν δεν έχουν,

Ποτέ δεν λείπουνε απ’εκεί

Οι κλέπτες της θαλάσσης,

Τούρκοι, Φράγκοι, και Βάρβαροι,

Όλοι τα κατατρέχουν

Και ποιος να ιδή την Έγριπον

Να μην κακοκαρδίση;

Την Ρόδο να μην λυπηθή,

Την Κρήτην να μην κλάψη;

Και τα επίλοιπα νησιά

Να μην αναστενάξη;

Βγαίνει και ο Καπετάν πασάς,

Μια φορά τον χρόνον,

Με αρμάδα στο Αρχιπέλαγο

Τον γύρον του να κάμη,

Τρομάρα πιάνει τα νησιά,

Σαν μάθουνε πως φθάνει

Με χρυσά δώρα τρέχουνε

Να τον συναπαντήσουν.

Έτσι και δεν τους ωργισθή

Και δεν τους αφανίζει,

Και ακόμη όλα δεν τα’ακουσες

Όσα οι Ρωμαίοι παθαίνουν,

Κάθε Τούρκος και τύρρανος,

Κάθε Ρωμαίος και σκλάβος,

Ο Τούρκος δέρνει τον Ρωμηόν,

Και ποίος να του μιλήση;

Και να σκοτώση ένα ραγιά,

Ποιος πάει να τον καλέση;

Να μην θαρρής τι ένας Ρωμαιός

Από φοβέρα αφίνει

Να κτυπήθη του βάρβαρου,

Που τρέχει να τον δείρη!

Ρωμηός εις τα’άρματα ποτέ

Τούρκον δεν εφοβήθη,

Μα πρέπει να έχη απομονή,

Ότι αν βαρέση Τούρκον,

Μπορεί να πάρη τα βουνά,

Και ας πάν να τον γυρεύουν!

Μα οι Τούρκοι που δεν σύγχωρουν

Ρωμαίου που να βαρέση,

Πέφτουν και κάνουν αθεσιά

Απάνω εις τους δικούς του.

Νάσουν ποιαίς είναι των Τουρκών

Η κρίσες στον Λεβάντε.

Πόλι μου , που είν’τα κάλλη σου;

Πόλι δυστυχισμένη,

Πόλι μου, φως που εφώτιζες

Ανατολή και Δύσι!

Και τώρα είσαι η κατοικιά

Βαρβαρωτάτου γένους

Και βλέπεις την Άγιαν Σοφιά

Στου Αγαρηνού τα χέρια

Να κάθεται και ο Μάωμεθ

Εις των Γραικών τον θρόνον,

Να θρέφη τα Ρωμαιόπουλα

Με της σκλαβιάς το γάλα.

Ευρώπη, και τι σου έκαμα,

Και χαίρεσαι να βλέπης

Ένα θεριό στον θρόνον μου,

Που δεν χορταίνει αίμα;

Μ’ένα σημάδι του χεριού

Χίλια κεφάλια πέφτουν!

Και εγ’όλα ταύτα βλέπω τα,

Και μαύρα δάκρυα χύνω

Και που να’πω τα πάθη μου,

Κανένανε δεν έχω.

Κανένας δεν ευρέθηκε

Να με παρηγορήση

Φαρμάκι ωσάν τι επότισα

Όλην την οικουμένην,

Και όλοι μ’αλησμονήσανε,

Κανείς δε με λυπάται,

Και οι Μόσκοβες, οι φίλοι μου,

Η μοναχή μου ελπίδα,

Και τι καλό μου εκάμανε

Σαν ήλθαν στον Λεβάντε;

Να μ’αφανίσουν τα νησιά,

Και να με παραιτήσουν

Και πάλιν με τον τύρρανον

Να κάμουν την αγάπην.

Νάσου σε τι ακατάστασιν

Μ’ήφερεν η σκλαβία,

Σκλαβία τόσο σκληρή

Στον κόσμο δεν εφάνη,

Και ελπίδα από καμμιά μεριά

Να λυτρωθώ δεν έχω.

Και συ μου λέγεις να χαρώ

Παιγνίδια να βαρέσω,

Που αλλού, παρά στα δάκρυα μου,

Παρηγοριά δεν βρίσκω. (4)

Ο Δήμος Στεφανόπουλος, μετά από αυτό υποσχόμενος στους Έλληνες δίπλα του ότι η Γαλλία και ο Βοναπάρτης θα σταθεί δίπλα στην Ελλάδα, και θα φυτέψει το δέντρο της ελευθερίας στην Πόλη, τους ευχήθηκε ότι μέχρι τότε οι Έλληνες να μείνουν ενωμένοι και χαιρετώντας όπως αυτοί αναφώνησε «Ελευθερία ή Θάνατος»…

Τελικά δεν άργησε πολύ ο καιρός και τον Μάρτη του ’21 οι Έλληνες χωρίς να περιμένουν κανένα Ναπολέοντα ή μαρμαρωμένο βασιλιά έκαναν αυτό που τους είχε προτρέψει ο μεγάλος Έλληνας Ιάνος Λάσκαρις στις αρχές του 16ου αιώνα(5) :

« Στήσετ’ελευθερίης θάσσον χορόν, αγλαά τέκνα

Ελλάδος ηγαθέης ήθεα μαιόμεναι»

(1) Epistola Theodori Zygomalae ,Chroniques gréco-romanes: inedites ou peu connues, pub. avec notes et tables genealogiques,1873, Carl Hermann Friedrich Johann Hopf, σελ.236

(2) Bibliotheque grecque vulgaire /publiee par Emile Legrand. Paris :Maisonneuve et Cie,1881,τομ.2, σελ.315

(3) Recueil de poemes historiques en grec vulgaire : Relatifs a la Turquie et aux principautes danubiennes / publiees, traduites et annotes par Emile Legrand,στιχ.137-136, σελ.40.

(4) Voyage de Dimo et Nicolo Stephanopoli en Grèce : pendant les années V et VI (1797 et 1798)... d'après deux missions, dont l'une du Gouvernement français et l'autre du général en chef Buonaparte. [Volume 2], Stephanopoli de Comnène, Dimo (1729-1802), εκδ.1799, σελ.74.

(5) Bibliographie hellenique, ;ou description raisonnee des ouvrages publies en Grec par des Greces aux Xve et XVIe siecle, Emile Legrand. Paris, 1885-1906, τομ.1, σελ.31.

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Γενικά, τα όσα (λίγα ομολογουμένως) έχω διαβάσει για τις απόψεις των, τουλάχιστον στοιχειωδώς, μορφωμένων απ'τους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου μέχρι και τον 18ο-19ο αιώνα δείχνουν πως υπήρχε μια εικόνα για τον "Ελληνισμό" ή την "Ρωμαιοσύνη" όπως αυτή που είχε ο Παπαρρηγόπουλος. Λίγο Αθήνα, λίγο Μεγαλέξανδρος, λίγο Βυζάντιο.

Η προσκόλληση στο κλασικό (προ-ελληνιστικό) παρελθόν μόνο μου φαίνεται πως είναι ένα σύντομο και περιορισμένο συμβάν, ιστορικά. Ακόμη περισσότερο, δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο μια ξαφνική αναλαμπή μέσω της επιρροής του "νεοελληνικού διαφωτισμού" απ'τη Δύση εξηγεί πλήρως τις ιδέες περί "έθνους" που προέκυψαν χωρίς να λαμβάνεται υπόψη όλη αυτή η παλαιότερη φιλολογία.

ΑΡΧΑΙΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ είπε...

Ευεργετικότατο θα ήταν για τον φίλο ''Ανώνυμο'' αλλά και για ό λ ο υ ς τους Έλληνες να μελετήσουν το προσφάτως εκδοθέν βιβλίο του κ.Μελέτη Η.Μελετόπουλου που επιγράφεται ''Το ζήτημα του πατριωτισμού'' από τον εκδοτικό οίκο Παπαζήση και να ενημερωθούν αλλά και να προβληματισθούν,να συνειδητοποιήσουν λάθη μας,το ποιοι είμαστε και το πως θα 'μπορούσαμε χωρίς ιδεοληπτικές παρωπίδες,αγκυλώσεις και μεγαλαυχίες να είχαμε φθάση,οδηγήση την πολυστένακτη Πατρίδα μ α ς,την Ελλάδα..

Νυφιάτης είπε...

Γενικά τα αρθρα σου καταδεικνύουν το συναίσθημα της εποχής με χαρακτηριστικό τρόπο. Ταύτηση του Ρωμιός , Γραικός , Ελληνας.

gianpan είπε...

Καλησπέρα.
Αναζητώ περισσότερες πληροφορίες για τον Σταυριανός Βηστιάρης μήπως θα μπορούσατε να με βοηθήσετε;
Σας ευχαριστώ.
Θα σας ήμουν υπόχρεος