Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

Προς την Επανάσταση, ταυτότητα των Ελλήνων.(α)

Το γεγονός της Επανάστασης του ’21, με το οποίο κυρίως θέλει να καταπιαστεί το ιστολόγιο της Κλεφτουριάς…, μόνο ένα απλό πολεμικό γεγονός δεν ήταν. Χρειάστηκε την πνευματική αφύπνιση των Ελλήνων, όπως εκφράστηκε από του λόγιους της Τουρκοκρατίας και πέρασε ύστερα στο λαό, η οποία είχε τις ρίζες της πολύ πριν τις αρχές του 19ου αιώνα.

Θα προσπαθήσω παραθέτοντας κάποια κείμενα από την ύστερη βυζαντινή εποχή ως τους τελευταίους αιώνες της τουρκοκρατίας, να αντιληφθούμε τα χαρακτηριστικά της συνείδησης των Ελλήνων/Ρωμιών, σε σχέση με την καταγωγή τους, τη γλώσσα τους, τους δεσμούς μεταξύ τους, το όνομά τους, τη σχέση τους με τους προγόνους τους, τη σχέση του με τους γείτονες(αλλόγλωσσους-αλλόθρησκους) τους κ.α.

Θα αρχίσω με δύο σπουδαίους λόγιους, Επτανήσιους του 15ου-6ου αιώνα.

Ο πρώτος είναι ο μοναχός Παχώμιος Ρουσάνος, επονομαζόμενος και Ρακενδύτης, γεννημένος στη Ζάκυνθο το 1509, και μόνασε στη Μονή του Αγίου Γεωργίου των Κρημνών στο ίδιο νησί.

Δεν απομακρύνθηκε από τον τόπο του παρά μόνο όταν επρόκειτο να ταξιδέψει για να προσκυνήσει στα Ιεροσόλυμα, έχοντας την ευκαιρία να γυρίσει πολλά μέρη της Ελλάδας, από την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, το Άγιο Όρος(οπου μόνασε για μικρό χρονικό διάστημα) ως τη Χίο, τη Λέσβο(όπου ίδρυσε και κάποια σχολεία), και σε πολλά άλλα μέρη μέχρι και την Ιταλία.

Ο λόγος που παραθέτω το παρακάτω πολύ ενδιαφέρον κείμενο του Παχώμιου, είναι η πολύ σπάνια για την εποχή του «διαλεκτολογική έρευνά» του, αλλά κυρίως η ενότητα, παρά τις όποιες διαφορές, που δείχνει να αντιλαμβάνεται ο καλόγερος στους ελληνικούς πληθυσμούς από την Κέρκυρα, ως την Κύπρο, την Μακεδονία τη Θράκη και τον Πόντο, μέχρι την Απούλια και την Κάρπαθο.

Φαίνεται επίσης να τον ανησυχεί το φαινόμενο της αλλοίωσης της γλώσσας, είτε από αμάθεια έιτε από ξένες επιρροές.

«Η των Ελλήνων Διάλεκτος, η αυτή τοις πάσιν ήν εξ αρχής, μηδέν διαφέρουσαν, ήγουν η κοινή, επεί δε διεσπάρησαν κατά φυλάς, το ακοινώνητον και τινα διένεξιν ήνεγκε, και τοσούτω μάλλον, όσω και μετανάσται κατά διαφόρους καιρούς εγένοντο, πρώτον μεν γάρ Ίωνες τε και Αιολείς και Δωριείς και Αττικοί, οι μέν αυτών εν Πελοποννήσω ώκουν, οι δε, εκτός ταύτης και Δωριείς μεν, τα προς ανατολάς Πελοποννήσου, Ίωνες δε, τα προς δυσμάς, Αιολείς δε, περί τον κορινθιακόν κόλπον, ο και Αχαΐα λέγεται, μεθ’ούς Αττικοί οι και Αθηναίοι, κατά την Ατθίδα, μέρος της Ελλάδος, μετά δε ταύτα Ίωνές τε και Αιολείς μετώκησαν εις Ασίαν την κάτω. Δωριείς δε και εις τας νήσους. Ταύτα δη και Αττικοί πεπόνθασιν , εξ ου συνέβη δια το ανεπίμικτον την μίαν διάλεκτον διαιρεθήναι εις τέσσαρας, την κοινήν μεν, και ούτω πέντε διάλεκτοι παρά τοις ποιηταίς και συγγραφεύσιν εξεδόθησαν, αυτή τε η καταρζάς, ήγουν η κοινή, και Ιάς, Ατθίς, Δωρίς, Αιολίς, διαφέρουσαι κατά τινα την κοινής, ων αρχαιοτέρα τε και επικρατεστέρα έοικεν η των Ιώνων, ου μόνον ότι παρά των παλαιών ποιητών φέρεται, οίον Σιβύλλης και Ορφέως, Ομήρου τε και Ησιόδου και των τοιούτων, άλλ’ότι και παρά των νέων αυτή επικρατεί ώσπερ η Ατθίς, επι των ρητόρων, οίον Γοργίου, Αισχίνου, Δημοσθένους και των λοιπών.

Νυν δε αι τοιαύται διάλεκτοι ηλλοιώθησαν εκμιγείσαι, και παντελώς εξεβαρβαρώθησαν τω ρεόντι του χρόνου, όθεν και το αίτιον της αγνοίας της καθ΄ημάς γραφής, απολεσάντων ημών και την κοινήν διάλεκτον μετά του τεχνικού, όθεν έστιν ιδείν εν τήδε μεν τη χώρα κατά την πάλαι παράδοσιν τινά της γραφής ομολογούντας, εν ετέρα δε έτερα, και εν άλλη άλλα, όπερ δια την αγροικίαν τινών πειράσομαι αποδείξαι, «φρέαρ» τινές εν τη Αχαΐα λέγουσι την ορωρυγμένην πηγήν, και «λέβητα» και «κακκάβην» την χαλκήν χύτρα, ά παρά των εν Μακεδονία αγνοείται, ώσπερ τινά τούτων αγνοείται παρ’εκείνοις, οίον «στιβή, κόνυζα, μυρσίνη», οι δε Κρήτες αγνοούσι πολλά τοιαύτα, λατινικώς λέγοντες διά την τούτων επιμιξίαν, ήτοι τον στενωπόν , την ρύμην και εν λαχάνους δαύκον, κρόκον, βούβλωσσον, μακεδονήσιον, σάψυχον, και τον λέβητα κατ’ολίγον βαρβαρώσαντες, λαβένζι λέγουσιν, ομοίως και εν ετέροις. Έστι δ’ουν όμως ά των ονομάτων και ελληνικώτερον εκφέρουσιν υπέρ τους εν ταις άλλαις χώραις, οίον, έριφον, αίγαν, κολοιόν, κορυδαλόν, στρύχνον, βρυωνίαν. Ομοίως και τινα ρήματα άπερ ούκ οίδασιν εν ετέραις χώραις αλλ’άλλα τινά εις άλλον νούν πίπτοντα, οίον αδημονείν, ειρωνεύεσθαι, και οι εν ταις ημετέραις χώραις ούκ οίδασι διαφοράν πηγής και κρουνού, αλλ’άπαντα βρύσιν καλούσιν, οι δε εν Κεφαλληνία εσθ’όπου και πηγήν, και οι εν Σωζόπολει τη κατά Πόντον, κρουνόν που, και οι εν Αδριανουπόλει ικρία λέγουσι τινα επομήκη ξύλα, στάβαρα δε αντί τους σταυρούς εν Μακεδονία, τα εν τοις φραγμοίς, διατόνια δε οι Ζακύνθιοι τα πλαγίως τούτων τιθέμενα επιμηκή. Και οι μεν ημέτεροι αντί του ανάστα, σηκώθητι λέγουσιν , οιονεί, κουφίσθητι, οι δε Κύπριοι, ελλειπτικώς, άνα, και οι Κερκυραίοι ομοίως το εξής, άστα. Ωσαύτως Κύπριοι και Κρήτες γραφικώς λέγουσι το χαμαί και αριστερά, έτεροι δε βαρβαρικώτερον ταύτα λέγουσι, και αντί του χαμαί κάτω λέγουσι, το δε κάτω, σχέσιν έχει προς το άνω.

Και οι κατά την Απουλίαν και Σικελίαν, τινά κατά τον νόμον της γραφής προφέρουσιν, οίον, έκλασε τον άρτον, και άρτι παραγέγονα. Και Καπάρθιοι, ήμην λέγουσιν, αντί του υπήρχον, ως δε Αρτακήσιοι και Κυζικηνοί εδάρθηνα λέγουσιν, όπερ οι κατά την ημετέραν διάλεκτον εδάρθηκα λέγουσιν, οι δε Πόντιοι, εδάρθην, ομοίως και λεπάδας, όστρεά τινα, και βραγχία τα του ιχθύος, ώσπερ δήτα και Ελλησπόντιοι. Εύρηται δε ταύτα ούρω και παρά ποιηταίς τε και φιλοσόφοις. Οι δε πλείους εν τη καθ’ημάς χώρα, σύρε λέγουσι, αντί του, ύπαγε, έστι δε ελλειπτικόν, αντί του σύρε τους πόδας, ή έλκε την οδόν. Τινές το άνω και έσω κατά αρχαίαν συνήθειαν επί των αροτριών των βοών λέγουσι, μη επιστάμενοι τούτο εξ αμαθία εν ετέροις χρασθαι, νομίζοντες, ότι τοις βουσί τούτο ίδιον οι βοών αλογώτεροι. Αλλά και παρά γυναιξίν έστι τινα εκφερόμενα σχετλιαστικά επιρρήματα κατά τους παλαιούς οίον , το ίου, το αιβοί, ομοίως και παρά Λεσβίοις το ά εκπληκτικόν όν, ή ποιητικώς προφέρεται, και το τέως χρονικόν, απερώμενοι δε ποτε αλλήλους, καρκίνος λέγουσι, κατά επικράτησιν παλαιάν , ούκ οίδασι δε διόπερ τούτο λέγουσιν , έστι δε τούτο παρ’ιατροίς πάθος τι συμβαίνον πολλάκις εν τοις των γυναικών μαζοίς, και ο παρ’ημίν κάβειρος, και το μεν κοινόν ούκ οίδασι, το δε πάγκοινον τέως γινώσκουσιν αλόγως καθά δη και οι εν Πόντω, ηλάριον μεν ίσασι το καρφίον, ήλον δ’ού, και οι εν Κύπρω, ιππάριν μεν, ουχί δε και ίππον, ως δήπου και οι εν τη ημεδαπή, δοκάριον μεν γινώσκουσι, δοκόν δ’ήκιστα, και τοι όμοιον τούτο ως είποι τις ξύλον και ξυλάριον, και νησσάριον οίδασι την λιμναίαν όρνιν, νήσσαν δ’ουδόλως, και παρίππιον συνθέτως και παραγώγως, είθουν παρασυνθέτως γινώσκουσιν , ου μην δε ίππον, αλλ’άλογον , άλογον δε, ου μόνον ίππος, αλλά και βούς και όνος, και όσα λόγον ουκ έχουσιν, και ψιλούν λέγουσι τον αγρόν και εξυλούν, όπερ αλλαχού ελοκοπείν, αλλ’ούτε ούτοι, ούτε εκείνοι γιγνώσκουσι τι έστι ψιλόν και τι ύλη, και τι έλος, εκ τούτων γάρ τα παρ’αυτοίς ρήματα. Ομοίως και οι Αθωνίται, το άπαξ επίρρημα ποσότητος, και δίς λέγουσι και ούτοι και οι πλείστοι, ως όταν λέγωσι, δις την ώραν, αν δ’ακούωσι τούτο εν βιβλίω, ου συνιούσι, και οι μεν Κύπριοι επί εικασμού, ίσως λέγουσιν, οι δε λοιποί, τάχα, και τινες εν ταις νήσοις τον στοχασμόν γινώσκουσιν, έτεροι δε ουδαμώς.

Και άλλοι μεν το ω κλητικό επίρρημα, άλλοι δε αντί τούτου, το έ, και άλλοι αντί του βλέπειν τηρείν λέγουσιν, άλλοι θεωρείν, άπερ εις άλλον νούν έρχονται, ει και τινα οικειότητα έχουσιν, άλλοι , κυττάζειν, ίσως από του κυπτάζειν, και οι μεν Κυθήριοι τας μετοχάς έχουσιν εν συνηθεία, άλλοι δε σπανίως, και ούχ ως δεί.

Και άλλοι το ιδίωμα ποσώς αναφέρουσιν , άλλοι το ίδιον, και άλλοι το ποσόν, μη γινώσκοντες δε το ποιόν, και τοι ώσπερ το ποίον αοριστούμενον γίνεται ποιόν, ούτε και το πόσον ποσόν. Ζακύνθιοι δε φιλούσιν ιδίως καλείν σκοπόν, τινά παρ’αυτοίς σκοπιάν. Και Μηθυμναίοι, λειμώνα, λειβάδιον τι. Ανέμων δ’ονόματα κρειττόνως οίδασι Πόντιοι, ούτοι έχω λέγουσιν, όπερ έτεροι, δεν έχω. Και Κρήτες ίντα θες, αντί του τι θέλεις, και τι λές, έτεροι, αντί του τι λέγεις, άπερ κατά αφαίρεσιν ,ή αποκοπήν τε και συγκοπήν των συλλαβών ούτω φέρεται, ήτοι από του ουδέν αττικού, δεν, αντί του ού, και από του τι ένι το, και τι ένι τα, τίντο και τίντα, ως παρά Λεσβίοις, εξ ου παρά Κρησί και άλλοις ραθύμοις, το ίντα και σχεδόν ουδέν της γραφής ρήμα, όπερ μη εν τη οικουμένη φέρεται, ει δε και τινα ου φέρεται, ουδέν θαυμαστόν, πολλά γαρ εν λήθη και αλλοιώσει γεγόνασιν, εξ αμελείας και της επιμιξίας των βαρβάρων, ως εν τοις ήδη ρηθείσι βραχέσι ρήμασιν αποδέδεικται, πόσα γαρ ονόματα πετεινών, ερπετών, τετραπόδων, φυτών, ιχθυών, ζωυφίων τε και κνωδάλων, και των λοιπών των εν τω κόσμω ούκ οίδαμεν ; Πώς ουν άκουσαντες εν τη γραφή ταύτα νοήσωμεν ; Και γάρ κατ’αρχάς τα ονόματα ετέθησάν τε και διωρίσθησαν εκάστω είδει των κτισμάτων δια την χρήσιν και ωφέλειαν την εξ αυτών, και τας διαφόρους ενεργείας εκάλεσε γαρ φήσιν Αδάμ ονόματα πάσι τοις κτήνεσι, και πάσι τοις πετρινοίς του Ουρανού και πάσι τοις θηρίοις της γής.

Αλλά και Σολομών οίδεν αστέρων θέσεις, και φυτών φύσεις και βοτάνων. Έστι δ’ότε και οι τηλού των αγρών οικούντες, ελληνικώτερόν τε και τεχνικώτερον λαλλούντες των αστικών εξ απλότητος, οι γαρ κατά τας πόλεις εκ κενοδοξίας, εις το ευσχημονέστερον βουλόμενοι μεταγάγειν τας λέξεις μάλλον φθείρουσι, και τους κωμήτας και αγροίκους αλόγως σκώπτουσι και μυκτηρίζουσιν, ομοίως και τοις αλλοπαποίς επιγελώσι, και έθνος έθνει ετέρω, και πόλις πόλει, ότι ου ταύτα λαλούσι, μη ειδότες ά διαβεβαιούνται.

Ταύτα δε πάσχουσιν εξ αμαθίας, ως είρηται, ο γαρ Θεός εξ αρχής τελείς και τεχνικάς διένειμε τας διαλέκτους εν τοις έθνεσιν, ως δέδεικται, μετά δε ταύτα, ούτω κατεστάθησαν ού μόνον γάρ η ημετέρα διάλεκτος ούτως ηλάττωται και ηλλοιώται, αλλά και των λοιπών εθνών. Και τούτων μέν, μάλλον ηλάττωται, ηλλοίωται δε μάλλος η ημετέρα, δια την διασποράν την γενόμενην εις διαφόρους τόπους, τα γαρ λοιπά έθνη ουκ εισίν ούτως εξηπλωμένα εις διαφόρους επαρχίας τε και πατριάς, όθεν και η γραφή παρ’αυτοίς απλουστέρα, αλλ’ούχι και ποικίλη και δαψιλής εν ταις λέξεσι, δια το στενόν της γλώσσης, όπερ συνέβη αυτοίς δια το των χώρων ανεπιτήδειον, ουδεμία δε η εντεύθεν βλάβη, καν εκ της μερικής είπης εναλλαγής, καν εκ της γενομένης καθόλου επι της πυργοποιΐας, ώσπερ γαρ δια των διαφόρων αυτού ποιημάτων δοξάζεται ο Θεός, ούτω δη και εκ των διαφόρων διαλέκτων, και γαρ το πολύτροπον , των τρεπτών ίδιον. Ει δε τις έρει, ότι δια το διάφορον της γλώσσης αι αλλεπάλληλοι μάχαι και οι πόλεμοι, ψεύδος ερεί δηπουθεν, ουκ ειδώς των Ελλήνων τους εμφυλίους πολέμους, ωσαύτως και των βαρβάρων, μάλλον δε δια το διαφέρειν ημάς κατά την διάλεκτον, έκαστος εν τοις όροις μένει τοις ιδίοις, μισών την αλλοδαπήν.

…» (1)

Ο άλλος σπουδαίος λόγιος της μεταβυζαντινής, επίσης Επτανήσιος υπήρξε ο Νικόλαος Σοφιανός από την Κέρκυρα. Γεννήθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα και πέθανε στη Ρώμη, όπου και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το 1551.

Ενδεικτική του πατριωτικού αισθήματος του Σοφιανού, που χαρακτήριζε και την πλειονότητα των Ελλήνων λογίων την περίοδο της Τουρκοκρατίας(τρεις αιώνες περίπου πριν την ίδρυση του ελληνικού κράτους…….), είναι η παρακάτω επιστολή του προς τον επίσκοπο Μυλοποτάμου και Χερρονήσου Διονύσιο.

Ο Σοφιανός καταλαβαίνει και τονίζει ότι η αφύπνιση του Γένους, προϋποθέτει παιδεία, ελληνική, και θλίβεται με το μέγεθος της απαιδευσίας που επικρατεί στο Γένος.

Το μήνυμα του Σοφιανού είναι ότι μόνο μέσα από την εκλαΐκευση των αρχαίων κειμένων το γένος θα πάρει αυτά που χρειάζεται αφού μόνο αν αποδωθούν στη σύγχρονή του λαλιά είναι χρήσιμα.

Παρακάτω παραθέτω κάποια αποσπάσματα από κείμενα του Σοφιανού ενδεικτικά της συνείδησης του Γένους της εποχής, που θρηνούσε την άθλια κατάστασή του αλλά ήλπιζε και περηφανευόταν για την παράδοσή του, και ειδικά για τη γλώσσα του:

«Βλέποντες, θεοφιλέστατε δέσποτα, ότι δια την μακράν και πικροτάτην δουλοσύνην το ημέτερον γένος εξέπεσε, και ουδέ καν αναθυμάται την προκοπήν οπού είχαν οι πρόγονοί μας, με οποίαν άφησαν εις όλην την οικουμένην λαμπράν και αθάνατον δόξαν, ηθέλησα πολλάκις περί τούτου να συμβουλευθώ και να κοινολογήσω το πράγμα με όσους σοφούς και πεπαιδευμένους και κατά αλήθειαν ευγενείς και λέιψανα της αθλίας και δυστυχούς αρχαίας Ελλάδος, λέγω τον ενδοξότατον και δοχείον των αρετών Αντώνιον τον Καλλιέργην, όπου εις μόνον αποκρατεί το αξίωμα των ημιθέων εκείνων ηρώων και η λαμπρότης της ελληνικής ευγενείας, και με τον άριστον και δοκιμώτατον ιατρόν και όντως άλλον Ιπποκράτην Άγγελον τον Φορτίαν, και με τον περίφημο λογιώτατον Αντώνιον Έπαρχον τον δημόσιον διδάσκαλον της λαμπροτάτης πόλεως των Βενετιών, με τον καλόν και συνετώτατον Κωνσταντίνον τον Ράλλην, και το άνθος της καλοκαγαθίας Μαθίαν τον Άβαριν, με τον μέγα και σεμνόν Γεώργιον τον Κορίνθιον, με τον σοφόν Ερμόδωρον τον Ζακυνθηνόν(σ.σ. Ερμόδωρος Λήσταρχος), με τον σώφρονα και σπουδαιότατον Καντίνον τον Τριβώλην και τον τούτου πατέρα Ιάκωβου τον ιλαρώτατον και χαριέστατον ποιητήν , με τον γλυκύν και σπουδαίον Μιχαήλ τον Ρωσσαίτον, με τον λόγιον και πεπαιδευμένον Νικόλαον τον Χίον, με τον μεγαλοπρεπέστατον και πολιτικώτατον ρήτορα Φράγκον τον Τελουντάν, και έτι με τον ευγενέστατον Ιωάννην τον Παλαιολόγον, άνδρα επιεική και σώφρονα, όπου η σοφία και προκοπή τους άδεται εις όλην την οικουμένην, και να μη μακρολογώ και με πολλούς άλλους, όπου έτυχαν εδώ, είχα συμβουλευθή με ποίον τρόπον ήθελε διορθωθή το πάθος τούτο της απαιδευσίας και να γυρίσουν εις το καλόν, και όλοι από μίαν γνώμη ήσαν ότι αν ήθελαν διαβάσει και να γροικήσουν τα βιβλία όπου άφηκαν εκείνοι οι παλαιοί και ενάρετοι άνδρες, εύκολα ήθελε διορθωθή η απαιδευσία όπου πλεονάζει εις τους πολλούς.


Δια τούτο λοιπόν ώρμησα και εγώ, με γνώμην και παρακίνησιν των ειρημένων ελλογίμων και ευγενών ανδρών, από όσον δύναμαι, θεού οδηγούντος, να μεταγλωττίσω και να πεζεύσω από τα βιβλία όπου να έναι χρήσιμα και ωφέλιμα εις το να ανακαινισθή και να αναπτερυγιάση από την τόσην απαιδευσίαν το ελλεινόν γένος. Και δια τούτο μάλιστα ηθέλησα να ποιήσω την αρχήν από το βιβλιάριον τούτο του Πλουτάρχου, οποίον λέγεται περί παίδων αγωγής και ημείς το ωνομάσαμεν παιδαγωγόν, διότι αυτό μας παιδαγωγεί και διδάσκει από την αρχήν πώς να γεννηθή και ν’ανατραφή το παιδίον ευγενικά, και απ’εκεί πώς να παιδευθή και να γένη ένδοξος και ενάρετος άνθρωπος ωσάν ήσαν οι πατέρες μας. Και πάλιν είχα πέσει εις μεγάλην απορίαν πως έναι δυνατόν να πιστεύσουν οι πολλοί τα λόγια του παιδαγωγού, αν δεν έχουσι και παράδειγμα το ποίας λογής πρέπει να έναι ο πεπαιδευμένος άνθρωπος, αν ουδέν τους παραστήσωμεν τον βίον και την διαγωγήν της αρχιερωσύνης σου, και όλοι ομού να σπουδάζουσι να μιμούνται την μεγαλοψυχίαν την ελευθεριότητα οπού δείχνεις καθ’εκάστην εις όλους, κοντολογία, τάς άλλας αρετάς οπού στολίζουσι την ιεράν σου και γενναίαν ψυχήν , όπου ουδέ αυτός ο Πλούταρχος μετά ευκολίας τας ήθελεν αφηγηθή.

Λοιπόν αν γένη τούτο και όλοι, ή οι περισσότεροι πιάσουσι τούτον τον δρόμον, εύκολα και από την δουλοσύνην και από άλλα πάθη όπου έναι χειρότερα και από αυτήν την δουλοσύνην ήθελαν λυτρωθή. Και αν ούτω ποιήσουσι, οποίον θέλομεν το γνωρίσει και ημείς από την πούλησιν των χαρτίων, θέλομεν τους δώσει και τα επίλοιπα του Πλουτάρχου βιβλία , και πολλούς και χαριεστάτους διαλόγους του Λουκιανός και άπειρα της ιεράς θεολογίας, είδ’άλλως, όπερ ούκ οίομαι, το ού φροντίς Ιπποκλείδη ηπαροιμία έρει, και ημείς ανακάμψομεν εις την φιλοσοφίαν αυτήν και την φίλην ημίν και συνήθη γεωμετρίαν. Ο θεός να φυλάξη την αρχιερωσύνην σου εις χρόνους πολλούς και καλούς.(2)

«Επειδή εις τέτοιαν κακήν τύχην κατήντησε το πάλαι ποτέ μακαριστόν γένος ημών των Γραικών, ότι μόλις ευρίσκεται τώρη διδάσκαλος οπού να ’ναι ικανός να διδάσκει τους νέους καν την γραμματικήν τέχνην, πόσω μάλλον ρητορικήν και λογικήν, γεωμετρίαν και αστρονομίαν και τ’ άλλα της φιλοσοφίας τα μέρη.»(3)

«Διότι οι επιστήμες μαθαίνονται όχι μόνον με την ελληνικήν γλώσσαν, αμή και με πάσαν άλλην γλώσσαν όπου να ’ν’ ανάμεσα στους ανθρώπους, καλά και αν ήτον η βαρβαρώτερη του κόσμου, πόσω μάλλον η εδική μας ομιλία, η κοινή λέγω, οπόχει τέτοιαν ευταξίαν και αρμονίαν και καλλωπισμόν, όπου, ως εγώ νομίζω, άλλη να μηδέν έναι όπου καν να της σιμώνει.» (4)

(1) Patrologiae cursus completus, Jacques-Paul Migne, τ.98, σελ.1349.

(2) Ελληνομνήμων ή Σύμμικτα Ελληνικά Απρίλιο 1843, σελ.252.

(3) Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Λίνος Πολίτης, έκδ.8η, σελ.58.

(4) Ιστορία του γλωσσικού ζητήματος: Μέρος Α΄. Αιώνες γλωσσικών αλλοιώσεων: Ήτοι πρώται αρχαί και πορεία της γραφομένης νεοελληνικής γλώσσης: 300 π.Χ.-1750 μ.Χ, Αν.Μέγας.

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2009

Ο θάνατος του Οδυσσέα


Ίσως ένας από τους πιο παρεξηγημένους αγωνιστές του Εικοσιένα από την μετεπαναστατική ιστοριογραφία στέκεται ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Είναι αλήθεια ότι από την προεπαναστατική του δράση είχε αποκτήσει αντιπάθειες λόγω κυρίως της συναναστροφής του με τον μέντορα του Αλή πασά.
Όταν ήρθε όμως η ώρα δεν άργησε να ταυτιστεί με τον σκοπό του Αγώνα. Δυστυχώς, ίσως λόγω της ευφυΐας του συνδυαζόμενη με τις στρατηγικές του ικανότητες και ακόμα παραπάνω, της ικανότητάς του να βλέπει όσο κανείς άλλος την ανάγκη για κοινωνική αποκατάσταση μετά την εθνική υπήρξε εχθρός του συμπλέγματος του Μαυροκορδάτου(με την Σουλιώτικη φρουρά του) και του Υδραιοσπετσιώτικου τοπικισμού ο οποίος έχοντας και οικονομική ισχύ αλλά και στρατιωτική ήταν καθοριστικός παράγοντας για τα δυστυχήματα της Επανάστασης. (1)

Ενδεικτικά του χαρακτήρα του Οδυσσέα είναι τα δύο γράμματα του, τον ένα προς τους Γαλαξιδιώτες και το άλλο προς τον Αναστάση Λόντο που τα παραθέτω σε προηγούμενες δημοσιεύσεις.(http://kleftouria.blogspot.com/2008/04/1821-5.html).
Αφήνοντας στην άκρη της πράξεις της ζωής του θα παραθέσω κάποια πράγματα για τις πράξεις του λίγο πριν το τέλος της…
Όπως είπα ήταν εχθρός του φαναριωτοϋδραίικου συστήματος και εξαιρετικά αγαπητός στον λαό της Ανατολικής Στερεάς. Φυσικά δεν έλειψαν και οι ενέργειες σκληρότητας που επέδειξε σε ορισμένες περιπτώσεις ο Οδυσσέας(βλ.σφαγή Νούτσου-Παλάσκα). Την πρώτη αλήθεια όμως την αποτυπώνει και ο Βρετανός Humphreys(2) όπου λέει για τον Ανδρούτσο:

«Ανάμεσα στους προύχοντες και τους πλούσιους δεν ήταν αγαπητός, γιατί γύρευε τα βάρη του πολέμου να τα μοιράζονται όμοια πλούσιοι και φτωχοί, πράμα ολότελα αντίθετο στην καθιερωμένη συνήθεια».
Οι εχθροί του δεν αρκέστηκαν φυσικά στην αντιπάθεια εκ του μακρόθεν…αλλά γύρεψαν να τον φάνε. Να πως περιγράφει ο ίδιος σε γράμμα του στον Στανχοπ(Stanhope)(3):

«Σας αναφέρω δε τούτο, διότι τρεις με επυροβόλησαν. Την πρώτην φοράν εις Ναύπλιον. Καθ’όλας αυτάς τας περιπτώσεις συνέλαβα τους ενόχους και τους παρουσίασα προσωπικώς εις την Κυβέρνησιν. Εις την πρώτην περίστασιν η Κυβέρνησις είπεν ότι θα δικασθούν την επομένην. Το πρωΐ, ενώ εκαθήμην εις το παράθυρόν και επερίμενα την δίκην, εκ δευτέρου με επυροβόλησαν. Αμέσως έτρεξα και συνέλαβα τους κακούργους και τους παρουσίασα πάλι εις την Κυβέρνησιν, μ’απεκρίθησαν δε ότι την επιούσαν θέλουν δικασθή. Επερίμενα. Αλλά την επομένην είδα αιφνιδίως τους αυτούς να με πυροβολήσωσι δια τρίτην φοράν. Πάλιν τους συνέλαβα και τους παρέδωκα εξ νέου εις χείρας της Κυβερνήσεως και έκτοτε ανεχώρησα δια τον στρατόν. Μόλις δε είχα αναχωρήσει και εις το δρόμον λαμβάνω γράμμα από τον Σκώτο λοχαγόν Φίνλαιϊν, ο οποίος με παρεκάλει να ταχύνω προς αυτόν, επειδή η ζωή μου και η ιδική του ευρίσκοντο εις κίνδυνον, αφού ενταμώθημεν, επληροφορήθην, ότι η Κυβέρνησις έστειλεν έναν άνθρωπον, ο οποίος του επρόσφερε δέκα χιλιάδες τάλληρα, δια να παραδώσει την οικίαν μου(την σπηλιά του εννοεί) εις αυτόν τον απεσταλμένο… Είκοσι έως τριάκοντα άνθρωποι πληρωμένοι από τους αισχρούς κυβερνήτας μας παραφυλάττουσι να εύρουν ευκαιρία να με δολοφονήσουν».

Για να μην τα πολυλογάμε ο Ανδρούτσος αφού παραδόθηκε, φυλακίστηκε στον Φραγκόπυργο της Ακρόπολης(δεν υπάρχει τώρα). Και ίσως αυτό δεν ήταν αρκετό για την Κυβέρνηση που είχε τάξει την αρχιστρατηγία της Ανατολικής Ελλάδος στον πρώην φίλο του Δυσσέα, τον Γκούρα ο οποίος είχε ενταχθεί στον νταϊφά του Ανδρούτσου με αρμοδιότητα να του κρατάει το σκυλί, τον Σαμψώνη…
Καθώς βρισκόταν στο κελί του ο Ανδρούτσος τα ξημερώματα μεταξύ 4 και 5 Ιούνη ένας ήταν ο μάρτυρας της των δραματικών τελευταίων στιγμών του ο σκοπός Κωνσταντίνος Καλατζής. Γέρος πια εξιστόρησε όλα όσα θυμόταν στον δικηγόρο Σπ. Φόρτη κι’αυτός έπειτα από χρόνια στις 25 Δεκέμβρη του 1898 δημοσίευσε αυτή την αφήγηση στην εφημερίδα «Καιροί». Να λοιπόν οι τελευταίες στιγμές του Δυσσέα:


«…Ήτο η Τρίτη των Χριστουγέννων του 1863 έτους ημέρα, ενθυμούμε καλώς την εποχήν την εσημείωσα διότι μοι επροξένησε βαθειά αύτη εντύπωσιν και φρίκην εξ όσων κατ’αυτήν ήκουσα και απεμνημόνευσα.
Περί την εσπέραν της ημέρας ταύτης, χάριν της μεγάλης εορτής, μας επεσκέφθη ο αείμνηστος της φάλαγγας ταγματάρχης, ο γεναίος εκείνος του ιερού αγώνος στρατιώτης, ο λεβέντης και ευθυτενής ως υψίκορμος κυπάρισσος γέρων Κωνσταντίνος Καλατζής. Επειδή ην χειμών δριμύς τον ωδήγησα εις το χειμωνιάτιοκο, όπου ην η εστία, εν η έλαμπε και διέπρεπε πυρά ωραία και ζηλευτή, τρεφόμενη από ξηράς σχίνων και κοτίνων ρίζας.
Μετά τας αμοιβαίας επι ταις εορταίς ευχάς, εγώ, όστις εμμανώς ηγάπων τας ιστορίας και τα διηγήματα του ιερού αγώνος, εξ ων πλείστα πολλάκις είχεν ημίν διηγηθή ο καλός ταγματάρχης ιδίως δ’επειδή, ως εγίγνωσκον, ην αυτόπτης των κατά την τελευτήν του στρατηγού και αυτήκοος, τον παρεκάλεσα θερμώς να μας διηγηθή ταύτα. Εις την παράκλησιν μου βαρύ στενάξας και μετά μεγάλην του γεναίου στήθους ανάπλασιν, μοι απήντησε: «Τι τα θέλεις αυτά τώρα παιδί μου, αυτά πέρασαν πλέον, ας όψονται οι αίτιοι» ,εδίσταζε να αρχίση. Τη επιμόνω όμως παρακλήσει μου προβάντος εκ περιέργειας μέχρι φορτικότητος, ήρξατο διηγούμενος τα της τελευτής του στρατηγού ως εξής:
« -Επειδή επιμένετε τόσον, ακούστε πως συνέβη του στρατηγού ο θάνατος, από καιρόν τον είχον φυλακίσει εις την μεγάλην της Ακροπόλεως Κουλιάν, του είχαν βάλει εις τα χέρια και τα πόδια σίδερα με μπάλαις βαρειαίς, τροφήν δεν του έδιναν τακτικά, ούτε καλήν, ούτε στρώμα. Όταν εγώ τον είδα εις την φυλακήν ήτο ανάλλαγος, λερωμένος, κουρελιασμένος με ένα κοντοκάππι και με τον ιστορικόν καλογηρόσκουφον λυγδωμένο από την λέρα.
Την νύκτα εκείνην όπου εχάθη, εγώ ήμουν σκοπός εις την πόρτα της Κούλιας, η οποία ήταν κλειδωμένη. Ήτο νύκτα πολύ σκοτεινή δεν έβλεπες το δάκτυλό σουμ έπεφτε ψιλή βροχή και ήμην τυλιγμένος με τη κάππαν μου, ήσα περασμένα τα μεσάνυχτα , όταν βλέπω τέσσαρας άνδρες να έρχωνται προς την φυλακήν.
Ο ένας κρατούσε φανάρι, ήσαν δε αρματωμένοι καλά, ένας άλλος εστάθη ολίγον μακράν και δεν τον είδον καλά ποίος ήτο, αλλ’ως εννόησα ήτο ο επι κεφαλής των, ήτο η έφοδος προς επιθεώρησιν της φυλακής, ήσαν γνωστοί μου, ο Τριανταφυλλίνας(το είχε χαστουκίσει ο Δυσσέας μπροστά σ’όλο το στρατόπεδο κάποτε και το κράταγε**), ο Τσαμάρας και ο Μαμούρης( ξάδερφος του Γκούρα) και ένας στρατιώτης Σουλιώτης, του οποίου δεν ενθυμούμαι τώρα το όνομα.
Άμα επλησίασαν αμέσως έγινεν «αλλαγή» και αντ’εμού έθεσαν σκοπόν τον στρατιώτην εκείνον, εγώ δε διετάχθην αμέσως να υπάγω να κοιμηθώ. Αμέσως απεμακρύνθην εις το σκότος. Αλλ’υποπτευθείς απαίσια δια τον στρατηγόν κρυφά κατεσκόπευον τας κινήσεις των, πλησιάσας ικανώς απαρατήρητος ως εκ του ψηλαφητού σκότους, ήκουσα τον κρότον των κλείθρων της φυλακής. Την άνοιξαν και εισήλθον εις τον Πύργος οι τρεις, ο δε σκοπός έστεκεν εις την μισοανοιχτήν πόρταν της φυλακής. Άμα εισήλθον αυτοί μέσα, ηκούσθη ο κρότος των αλυσίδων των δεσμών του στρατηγού, όστις βεβαίως με την απροσδόκητον ταύτην επίσκεψιν θα εσηκώθη. Τον ήκουσα να λέγει προς αυτούς : " Ωρέ ξέρω καλά ποιος σας έστειλε σας εδώ και γιατί ήρθατε τέτοια ώρα εδώ μέσα. Δε μ’λύνετε τόνα χέρι να σας δείξω ποιος είμαι και πως με λένε; Αυταίς εδώ τις σαπιοκοιλιαίς δεν τις συνερίζομαι, μα συ μωρέ Γιάννη(Μαμούρης), γιατί;"
Εις ταύτα αμέσως, ως ενόησα εκ της ταραχής η οποία ηκολούθησεν, επετέθησαν κατά του δέσμιου. Ήκουσα το βόγγημα, τους αναστεναγμούς και μούγκρισμα του λεονταριού εκείνου και η καρδία μου εραγίζετο. Και μετά ταύτα σιωπή τελεία…
Μετ’ολίγον είδον τους τέσσαρας να βαδίζωσιν προς το τείχος της Ακροπόλεως το βλέπον προς το μέρος του Μακρυγιάννη με το φανάρι. Εκεί ηκούετο κτύπος όμοιος με εκείνον που γίνεται όταν εμπήγουν στύλον εις την γην.
Κατόπιν τους είδα πάλιν να γυρίζουν εις την Κούλιαν, αφ’όπου επήραν βαρύ τι πράγμα και το επήγαν μαζί μετά δυσκολίας εις το μέρον όπου ήκουον τον κρότον. Εκεί κάτι έκαμον ανακατευόμενοι και μετ’ολίγον πάλιν ήκουσα κτύπον πέτρας η οποία κτυπά επί της άλλης πέτρας. Αμέσως δε μετά τούτο εκείνοι μεν έγιναν άφαντοι, εγώ δε σιγά επήγα εις το κατάλυμά μου.
Το πρωΐ άμα εσηκώθην έμαθον ότι είχε διαδοθή πανταχού, ότι ο Οδυσσέας δραπετεύσας την νύχταν και θελήσας δια σχοινίου δεδεμένου να καταβή από το τείχος της Ακροπόλεως, κοπέντος του σχοινίου, κατέπεσεν από του ύψους και εφονεύθη.
Όπως όλος ο κόσμος επήγα και εγώ και είδα τα εξής: Εις μέρος όπου ήκουον τους κτύπους ήτο μπηγμένο μεγάλο παλούκι, δεμένο εις αυτό ακόμη τεμάχιον τριχιάς της οποίας η άκρη εφαίνεντο ξασμένη. Όταν δε επήγα κάτω είδον το πτώμα του ατυχούς στρατηγού φέρον εις την μέσην δεμένον από έξω από το κοντοκάππι του ένα μακρύ κομμάτι τριχιάς. Το στόμα του ήταν καταματωμένον, το επάνω και το κάτω χείλος του ήταν κομμένα σαν δαχτυλίδι στρογγυλά, σαν να το χτύπησε κανείς και να τά’κοψε με το στόμα ντουφεκιού ή πιστόλας.
Ο λαιμός του είχε μαυρίλας και σημάδια από νύχια, εστάλη ένας άλλος γιατρός να κάμη νεκροψίαν και έθεσεν περί του θανάτου του, έμαθα δε ότι, επειδή επιστοποίησεν ότι ο θάνατος προήλθεν εκ βίας διότι τα σημεία αυτής ήσαν φανερά, έσχισαν την έκθεσιν αυτού και έκαμαν άλλην(*) δια της οποίας εβεβαιούτο ότι του στρατηγού ο θάνατος προήλθεν εκ πτώσεως από μέρους υψηλού, μετά ταύτα έγινεν η κηδεία του πολύ καταφρονεμένη και χειροτέρα και του τελευταίου καταδίκου, τον έθαψαν σαν σκυλί εις τον ναόν του Αγίου Δημητρίου προς δυσμάς της Ακροπόλεως


Χώρια από τους φυσικούς αυτουργούς που περιέγραψε ο Καλατζής, αυτός που τους έστειλε, που τον γνωρίζει όπως είπε ο Ανδρούτσος, ήταν ο Γκούρας που τυφλωμένος από τα ταξίματα δεν λογάριασε τίποτα. Την ενοχή του την παραδέχτηκε και ο ίδιος στον Μακρυγιάννη: Μιλώντας ο Μακρυγιάννης στον Γκουρα «" Όχι 'σ ένα μήνα να σε βιάζουν να φύγουν. Σου βάλαν υποψίες οι απατεώνες ότι θα σε σκοτώσω μ' απιστιά εξαιτίας του Δυσσέα, οπού τον σκότωσες. Αδελφέ, δεν έπρεπε να γένη αυτό εις τον ευεργέτη σου και να 'ρθη από σένα. Τώρα έγινε.»

Ο μεγάλος Δημήτρης Φωτιάδης(4) γράφει για τους υπαίτιους της δολοφονίας:
«Τη δολοφονία του Αντρούτσου την οργάνωσαν ο Μαυροκορδάτος κι ο Κωλλέτης και την απόπειρα ενάντια στον Τρελόνι οι Εγγλέζοι με τον Μαυροκορδάτο, γιατί ενώ τον είχαν στείλει για πράκτορα, είχε την αποκοτιά να επηρεαστεί από τον αγώνα του λαού μας για τη λευτεριά του κι αρνήθηκε να παίξει το παιχνίδι τους»

(*)Ο νέος ιατροδικαστής ήταν ο «φιλέλληνας¨ Ιταλός Vitali ο οποίος δείχνοντας την αντικειμενικότητά του γράφει στην ιατροδικαστική του έκθεση: «…επέφερον(τα τραύματα) αυτοστιγμεί τον θάνατον, άξιον εις κακούργον προδότην της πατρίδος»….




(1)http://kleftouria.blogspot.com/2008/04/1821_19.html
(2)Humphreys,Pictures of Greece,τ.β,σελ.210
(3)Φωτιάδη-Καραισκάκης,σελ.383
(4)Δημήτρης Φωτιάδης,Καραισκάκης,σελ431

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009

Η Αθήνα στην δεύτερη χιλιετία

Η Αθήνα παρά τις καταστροφές που υπέστη(καταδρομές, σεισμούς, επιδημίες) δεν έπαψε να προκαλεί την περιέργεια πολλών δυτικών που τους έκανε να φτάσουν στην Αττική γη και να δουν από κοντά τους τόπους για τους οποίους τόσα είχαν διαβάσει. Οι αρχαιότητες είχαν διατηρηθεί σε μεγάλο βαθμό αφού οι Τούρκοι είχαν δείξει αξιοσημείωτο σεβασμό, όπως σημειώνει και ο Άγγλος Dodwell(1) όταν αναφέρει ότι : « Οι Τούρκοι σεβάστηκαν τον Παρθενώνα και δεν έθιξαν διόλου τις Καρυάτιδες». Ο ιδιότυπος «φιλελληνισμός» πολλών δυτικών και οι βαρβαρότητες των Βενετών υπήρξαν τελικά η αιτία της καταστροφής σημαντικού μέρους των αρχαιοτήτων.



Ξεκινώντας από τον Άραβα γεωγράφο Εδρισή το 1154 (2), η Αθήνα χαρακτηρίζεται ως «Πολυάνθρωπη πολιτεία που περιβάλλεται από περιβόλια και αγρούς».
Τα πολλά περιβόλια κάνουν εντύπωση και το 1580 ο Γερμανός Reinhold Lubenau(3),όπου συναντάει Αθηναίους που κάθονταν κάτω από τα δέντρα κοντά σε δροσερές πηγές και έπαιζαν μουσική και τραγουδούσαν, κάνοντας τον Lubenau να εγκωμιάζει την μελωδία των αθηναϊκών τραγουδιών. Εντύπωση του προκαλεί και η μακροζωία των κατοίκων της Αθήνας και το υγιεινό κλίμα της, ενώ ο αέρας της τόσο πολύ ευωδίαζε τόσο «που ένοιωθες να σε τυλίγει μια παράξενη γοητεία. Η πολιτεία είναι χτισμένη σε πολύ υγιεινή περιοχή. Είδα εκατοχρόνιτες που δεν θυμούνται ν’αρρώστησαν ποτέ στη ζωή τους. Αντίθετα στις γειτονικές περιοχές παρατηρείται μεγάλη θνησιμότητα από τις επιδημίες».

Οι κάτοικοι της Αθήνας είναι Έλληνες, Εβραίοι και αρκετοί Ιταλοί. Η ακρόπολη είχε εκείνη την εποχή κατακλυστεί από γενίτσαρους ύστερα από πληροφορίες ότι «οι Ισπανοί πλέουν με την αρμάδα τους εναντίον της αυτοκρατορίας».
Η κατάσταση όμως της Αθήνας το 1609, όταν την επισκέφθηκε ο Άγγλος William Lithgow (4) ήταν απελπιστική, να η περιγραφή του:
« Από όλη αυτή τη χώρα, από το ένδοξο παρελθόν της έμεινε μονάχα το όνομα. Οι τουρκικές βαρβαρότητες και ο χρόνος εξαφάνισαν όλα τα αρχαία μνημεία. Απάνθρωπες οι συνθήκες της ζωής, ούτε ίχνος πνευματικών ενδιαφερόντων. Οι σημερινοί Έλληνες είναι σαν φυλακισμένοι σε κάτεργο, είναι σκλάβοι σκληρόψυχων τυρράνων. Έχει τόσο παραμορφωθεί αυτό το άλλοτε πλούσιο βασίλειο, τόση δυστυχία βασανίζει αυτό το λαό που ένοιωσα να σπαράζη η καρδιά μου καθώς έβλεπα τα τρομακτικά έργα της σκληρής μοίρας που βύθισε στην άβυσσο της λησμονιάς μια ένδοξη εποχή.»
Περιγράφει την Αθήνα σαν μια ασήμαντη πολίχνη, οι Αθηναίοι όμως ευημερούσαν:
« Οι Αθηναίοι με φιλοξένησαν πλουσιοπάροχα τέσσερες μέρες. Με περιποιήθηκαν, με τραπέζωσαν και μου πρόσφεραν κάθε λογής εφόδια για το ταξίδι μου στην Κρήτη. Με μετέφεραν μάλιστα δωρεάν μ’ένα μπριγιαντίνι στο Τσιρίγο.

Τους ευχαρίστησα, κι’εκείνοι μου ανταπέδωσαν τις φιλοφρονήσεις μιλώντας μου για τη δίψα τους να μάθουν νέα από τον έξω κόσμο και την εκτίμηση που έτρεφαν για τους ξένους ταξιδιώτες
».

Το 1623 ο Γάλλος Louis Deshayes(5) αναφέρει για τους πολίτες της Αθήνας ότι:
« Είναι όλοι Έλληνες και υπομένουν τη βάρβαρη μεταχείριση των λιγοστών Τούρκων. Υπάρχει ένας καδής, ένας σούμπασης και μερικοί γενίτσαροι που ανανεώνονται από την Πύλη κάθε τρείς μήνες».


Σημαντικός σταθμός στον περιηγητισμό στη Ελλάδα είναι το ταξίδι του Τούρκου Εβλίγια Τσελεπή περίπου το 1641(6).
O Εβλίγια ήταν ίσως ο μόνος περιηγητής που είδε τον Παρθενώνα από κοντά, αφού στους «Φράγκους» απαγορευόταν η ανάβαση στην Ακρόπολη. Και φυσικά ο Παρθενώνας που είδε ήταν ο Παρθενώνας προ Μοροζίνι. Ο Εβλίγια κάπως αφελώς και παρεφθαρμένα μεταφέρει τις τοπικές παραδόσεις μεταφερμένες με τη σειρά τους από τους Τούρκους της περιοχής, να τι γράφει για την Αθήνα:


«-Ιδρυτής της Αθήνας είναι ο ιερεύς Σολομών. Ας έχει ειρήνη». Προφανώς μπερδεύοντας τον Σολομώντα με τον Σόλωνα.
« Επειδή μαζεύτηκαν στην πόλη της Αθήνας εφτά χιλιάδες φιλόσοφοι διαφόρων επιστημών γι’αυτό ιστορική όλων των εθνών ονόμασαν την πολιτεία αυτή «πόλη των αρχαίων σοφών». Οι φιλόσοφοι της πολιτείας όλοι μαζί προσπάθησαν να βρουν τη θεραπεία του θανάτου. Δεν κατώρθωσαν όμως να ανακαλύψουν τη θεραπεία για χιλιάδες αρρώστιες, έγιναν και δυνάμωσαν τα κορμιά τους με εξαιρετική δίαιτα και με επίμονη άσκηση και έτσι ζούσαν 300 χρόνια».

Η ιστορική ακμή της Αθήνας ζωντανή στις μνήμες των κατοίκων της, ήταν γνωστή ακόμα και στους Τούρκους της περιοχής, αν και παρεφθαρμένη.
Εντύπωση του προκαλούν όμως τα αρχαία μνημεία της πόλης.
« Σ’αυτή την ανθηρή πόλη βρίσκονται όλα τα θαυμαστά και αξιοπερίεργα πράγματα του κόσμου και πλήθος έργα τέχνης. Υπάρχουν χιλιάδες ειδών γλυπτά από άσπρο μάρμαρο που παριστάνουν κάθε λογής όντα, περίεργα και αξιοθαύμαστα. Επίσης υπάρχουν αγάλματα που τα αγαπούν εξαιρετικά οι Φράγκοι. Οι επισκέπτες που τα περιεργάζονται τα θαυμάζουν. Ο νους τους σταματά και τα κορμιά τους ανατριχιάζουν, τα μάτια τους δακρύζουν και θαμπώνουν. Τα αγάλματα φαίνονται σα να είναι ζωντανά. Και καθώς βλέπουν προς τους θεατές τους άλλα χαμογελούν και άλλα είναι βλοσυρά ή μελαγχολικά. Για να περιγράψω τα αγάλματα χρειάζομαι ολόκληρο βιβλίο. Και πρέπει να σταματήσω την περιοδεία μου. Έπειτα δεν μπορεί να τα συλλάβει ο νους του ανθρώπου. Τα αγάλματα είναι θαύμα θαυμάτων. Αδύνατον να έγιναν από ανθρώπινα χέρια.
Όσα και αν γράψει κανείς γι’αυτά τα αριστουργήματα της τέχνης είναι λίγα και δεν φθάνουν. Είναι απόλυτη ανάγκη να επισκεφθεί κανείς την πόλη της Αθήνας για να καταλάβει πως ήταν η αρχαία εποχή. Γιατί ποτέ δεν είναι το ίδιο να ακούει κανείς με το να βλέπει. Μια σοφή αραβική παροιμία λέει πως το να βλέπει κανείς είναι η καλύτερη από τις πληροφορίες.
Εγώ ο ταπεινός, ο γεμάτος ελαττώματα, από το έτος 1050 της Εγείρας(1641) γυρίζω τις εφτά χώρες της οικουμένης. Αλλά όσα είδα στη Ρώμη της Φραγκιάς, στο κάστρο του Εστρεγκομ, στην πολιτεία της Βιέννης και στην πόλη του Άμστερνταμ της Ολλανδίας, είναι σχεδόν τίποτα αν τα συγκρίνεις με τα αριστουργήματα αυτά της Αθήνας. Οποιοσδήποτε περιηγητής του κόσμου, αν δεν επισκέφθηκε και δεν περιεργάσθηκε την πόλη αυτή της Αθήνας, ας μην πη πως είναι κοσμογυρισμένος
».
Έγραψε και έναν ύμνο για την ομορφιά της Ακρόπολης:
« Μ’όλα αυτά, στη σφαίρα του κόσμου δεν υπάρχει τέτοιος λαμπρός ναός, που ν’ανοίγει τόσο την καρδιά του ανθρώπου.
Όλα τα τζαμιά του κόσμου είδα
Μα όμοιο μ’αυτό δεν είδα.
Αυτό το δίστιχο ταιριάζει σε τούτον τον φωτεινό, τον λαμπρό ναό, γιατί παρόμοιος του δεν υπάρχει στις ευτυχισμένες χώρες. Μακάρι ως την συντέλεια των αιώνων να είναι τόπος προσευχής και να παραμείνει στέρεος και παντοτεινός.Αμήν
».(Κώστας Μπίρης-«Τα Αττικά του Εβλιά Τσελεπή»).
Για τον πληθυσμό της Αθήνας αναφέρει ότι κατοικείται από 4,000 άπιστους(Ρωμιούς). Αναφέρει ότι :
" Οι μουσουλμάνοι της πολιτείας δεν είναι συμπαθείς και δεν έχουν καμιά αρχοντιά και υπόληψη, γιατί οι άπιστοι είναι πολύ πλούσιοι έμποροι και έχουν συνέταιρους στα πέρατα της Ευρώπης».
Εντύπωση ακόμα του κάνουν οι Ελληνοπούλες:
« Στην Αθήνα υπάρχουν κορίτσια των Ρωμιών, που όμοια και αντάξια τους δεν βρίσκονται στον κόσμο. Είναι κάτασπρα, έχουν σπαθάτα φρύδια, στόμα μικρό σαν καλαμάρι, δόντια μαργαριταρένια, μάγουλα ασημένια μ’ένα λακκάκι στο σαγόνι, πρόσωπο σαν το φεγγάρι.»



Και τα ελληνόπουλα του προκάλεσαν εντύπωση…
« Υπάρχουν επίσης αγόρια σαν τις νεράιδες, αγγελοπρόσωπα, με λαφίσια μάτια, γλυκομίλητα, αργυροπρόσωπα, λυγερά, φεγγαροπρόσωπα, με μέτωπα που φεγγοβολούν. Γοητευτικά, αξιαγάπητα, χνουδάτα, που μιλάνε γλυκά και απέριττα».
Στέλνοντας ένα...μήνυμα προς τους σημερινούς Αθηναίους περιγράφει τον Υμηττό που την εποχή εκείνη το αποκαλούσαν Τρελλό ή Τρελοβούνι.
« Το βουνό Τρελλός βρίσκεται σε δύο ώρες απόσταση από την πόλη της Αθήνας. Οι Ρωμιοί, οι Άραβες και οι Πέρσες, ονόμαζαν το βουνό αυτό, το ψηλό και περήφανο, Ντελή-Νταού, δηλαδή τρελόβουνο. Τα σπαρτά, τα βότανα και τα μυριστικά που βρίσκονται απάνω σ’αυτό το βουνό δεν υπάρχουν σε κανένα κάμπο και μάλιστα πιπέρι και ρωμαίικο ραβέντι, μάραθο, λάπαθο και παρόμοια μεγάλης αξίας θεραπευτικά βότανα, που γιατρεύουν όλες τις αρρώστιες. Μάλιστα την άνοιξη, όποιος ανέβη στην κορυφή του ψηλού αυτού βουνού, η όσφρηση του γεμίζει ευωδίες από συκαμινιές, ζουμπούλια, μάραθα, μοσκορούμια, ζαμπάκια, βασιλικά, φούλια, ανεμώνες και διάφορα είδη χρυσοπότηρων λαλέδων».



Τον 17ο αιώνα, και συγκεκριμένα το 1675, ο Γάλλος La Guilletiere(Andre Guillet)(7), εκδίδει δύο χρονικά όπου περιγράφει με ζωντάνια τόπους και καταστάσεις της Ελλάδας της εποχής του( Athenes ancienne ey nouvelle et l’estat present de l’empire des Turcs,Paris 1675 και Lacedemone ancienne et nouvelle, Paris 1676). Ένα από αυτά τα περιστατικά είναι αυτό που συνέβη μεταξύ του Guillet και της συνοδείας όταν συνάντησε δίπλα από το Θησείο, σε ένα σχολείο που υπήρχε τότε εκεί, και γινόταν μάθημα, τον δάσκαλο και μερικούς άλλους Αθηναίους. Είναι εξαιρετικής σημασίας τα συμπεράσματα που βγαίνουν από αυτόν τον διάλογο μεταξύ του Γάλλου και των Ελλήνων συνομιλητών του, τόσο για τον τρόπο που σκέφτονταν οι Έλληνες της εποχής για την κατάστασή τους όσο και για την αντίληψή τους για την έννοια του έθνους και της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού.
Η μετάφραση είναι του Κυριάκου Σιμόπουλου (Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα,333μ.Χ.-1700,σελ.620)
»…Μιλήσαμε ύστερα για το ψωμί. Το αλεύρι δεν ήταν κατά τη γνώμη μας καλοζυμωμένο. Φταίνε οι μύλοι, λέει ο δάσκαλος. Ο Ιλισσός έχει κοπή σ’αυλάκια για τα ποτιστικά και δεν υπάρχει αρκετό νερό για το άλεσμα.
-Και γιατί δεν χτίζετε ανεμόμυλους; ρώτησε ο Άγγλος Drelingston.
-Ναι, χτίσαμε κάποτε, απαντά ψυχρά ο καλόγερος, που μιλούσε ιταλικά, τέσσερες ανεμόμυλους στον κάμπο. Αλλά δεν δούλεψε κανένας.
«Εκείνη τη στιγμή χάσαμε κάθε καλή ιδέα που είχαμε για τους Έλληνες.
Δεν μπορέσαμε να κρατήσουμε τα γέλια κι αρχίσαμε να σχολιάζουμε λατινικά με πολλή δηκτικότητα την αμάθεια των σύγχρονων Αθηναίων.
«Οι άλλοι δεν μιλούσαν διόλου. Κάθονταν σοβαροί και συνοφρυωμένοι. Νομίζαμε πως πήραν αυτό το ύφος επειδή νόμισαν πως είπαν κάτι πολύ σπουδαίο. Και αυτό μας έκανε να διπλασιάσουμε τις ειρωνείες μας. Ο δάσκαλος χαμογελούσε και δεν έλεγε λέξη.
«Ο Betaldi που δεν είχε ακόμα μιλήσει παρατήρησε ότι δεν έπρεπε να κρίνουμε αυτούς τους ανθρώπους με επιπολαιότητα.
-Οι Έλληνες μας ειρωνεύονται. Δίνοντας μας αυτές τις γελοίες απαντήσεις θέλουν να μας εξευτελίσουν για την φλυαρία μας και τις επιπόλαιες ερωτήσεις μας. Δεν υπάρχει καυστικότερη ειρωνεία από τις χλευαστικές απαντήσεις που μας έδωσαν με τόση ψυχραιμία.
«-Τότε εγώ ρώτησα τους Έλληνες αν είχαν ακουστά για κάποιον ένδοξο Αθηναίο, τον Αλκιβιάδη που είχε καταστρέψει την Κωνσταντινούπολη, το αρχαίο Βυζάντιον. Εκείνοι με κοίταζαν με έκπληξη.
«Άρχισα να τους μιλάω για τους ενδόξους προγόνους τους, τον Ολυμπιόδωρο, τον Θρασύβουλο, τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα.
«Με σταμάτησε όμως ο καλόγερος και με ρώτησε αν αυτοί οι άνθρωποι που ανέφερα ήταν καλοί χριστιανοί, αν ήταν από τη γενιά του Κωνσταντίνου και αν είχαν στην εποχή τους την αξία των σημερινών Αθηναίων, του Δημητρίου Βενιζέλου, του Σταμάτη Παλαιολόγου ή του Πολύμερου Ζαρλή. Ήθελε δηλαδή να συγκρίνει τους δημογέροντες της Αθήνας με τους ενδόξους άνδρες της αρχαιότητος.
«Ξαφνικά ο καλόγερος πέταξε τη μάσκα του, δικαιώνοντας τον Betaldi, και άρχισε να μιλάει ζωηρά:
- Ναι, ειρωνεύομαι τους Αλκιβιάδηδες και τους Ολυμπιόδωρους σας. Κάθε Φράγκος που έρχεται στην Αθήνα, βλέποντας πως η χώρα μας δεν είναι πια όπως κατά την αρχαιότητα μας ελεεινολογεί που δεν θρηνούμε επειδή μια τόσο ένδοξη πολιτεία βρίσκεται στο πέλμα των βαρβάρων. Και με ιερό ζήλο στηλιτεύει τους ηγεμόνες που αλληλοσπαράσσονται αντί να ενωθούν και για το δικό μας συμφέρον και για το δικό τους εναντίον των απίστων. Λόγια, λόγια, λόγια! Εδώ και πέντε αιώνες μιλάνε μάταια στην Ευρώπη για τη δύναμη των χριστιανών της και την κακή χρήση της ελευθερίας. Οι δήθεν σοφοί σας χλευάζουν την αμάθειά μας. Έχουν δίκιο;
Σας δώσαμε κατά την αρχαιότητα τα φώτα του πνεύματος και της επιστήμης. Και όταν ξεχάσατε ό,τι είχατε αποκτήσει από τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Επίκουρο και τους άλλους αρχαίους, είχαμε την καλοσύνη να σας τους ξαναστείλουμε για δεύτερη φορά περί τα μέσα του ΙΕ’ αιώνα, με τον σοφό Αργυρόπουλο, τον Θεόδωρο Γαζή, τον Γεώργιο Τραπεζούντιο, τον Γεώργιο Γεμιστό
.
Συνεχίζει…
«Γιατί απορείτε; Τον ένδοξο μοναχό Βησσαρίωνα δεν έχρισε ένας από τους πάπες σαν καρδινάλιο; Δεν τον έστειλε λεγάτο στη Γαλλία για να συμφιλιώσει τον Λουδοβίκο ΙΑ’ με τον Κάρολο, τελευταίο δούκα της Βουργουνδίας; Πιστεύετε λοιπόν ότι είσαστε οι μοναδικοί θεματοφύλακες της ιστορίας; Δεν γνωρίζετε ίσως ότι ο πάπας ετίμησε τον Βησσαρίωνα όπως κανέναν από τους καρδιναλίους σας. Παρευρέθη στην κηδεία του. Κάτι που δεν είχε γίνει ποτέ άλλοτε. Δεν πιστεύω πως στις λατινικές κουβεντούλες σας μιλήσατε γι’αυτό το θέμα.
Θα έπρεπε όμως να ξέρετε και μια άλλη λεπτομέρεια: ο Γεώργιος Γεμιστός ήταν πλατωνικός φιλόσοφος και ο Γεώργιος Τραπεζούντιος περιπατητικός. Αυτές οι δύο διδασκαλίες υπάρχουν ακόμα μεταξύ μας και παραμένουν πάντοτε αντίμαχες. Ο Γεώργιος Τραπεζούντιος έγραφε εναντίον της διδασκαλίας τους Πλάτωνος. Είμαι βέβαιος ότι τα έργα του έφθασαν στα χέρια σας. Και δεν αμφιβάλλω πως στον Τραπεζούντιο οφείλεται η εισαγωγή της αριστοτελικής διδασκαλίας στα σχολεία σας.
Πηγαίνετε στην Κωνσταντινούπολη, πηγαίνετε στη Σινώπη το ξακουστό λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας. Θα δείτε καθηγητές της Φιλοσοφίας ικανούς να διδάξουν τους δικούς σας δέκα χρόνια συνέχεια. Δεν θα σας μιλήσω από μετριοφροσύνη για τους Αθηναίους

Στον ίδιο τόπο όπου εξαπόλυε τους φιλιππικούς του ο Δημοσθένης, ο απλός Αθηναίος καλόγερος καυτηρίαζε την στάση των Δυτικών έναντι των Ελλήνων, κάνοντας μια ιστορική αναδρομή.
Και καταλήγει:
«Δυστυχώς εσείς οι χριστιανοί Ευρωπαίοι δεν γίνατε σοφότεροι. Και εμείς οι Έλληνες μπορούμε να σας ρωτήσουμε τώρα: Πού είναι το πνεύμα και οι αξίες που κληρονομήσατε από την Ελλάδα;
Όσο για μας ευκαιρία περιμένουμε για να αποτινάξουμε τον ζυγό της οθωμανικής κυριαρχίας. Γιατί η αρχαία ανδρεία του έθνους μας δεν χάθηκε. Έλληνες δεν ήταν οι γενίτσαροι που ως τώρα κατανικούσαν τους στρατούς σας και κυρίευαν τις επαρχίες σας; Γνωρίζετε καλά ότι τα οθωμανικά τάγματα αποτελούνται από τα ελληνόπουλα του παιδομαζώματος. Μπορεί αυτοί οι γενίτσαροι να έχουν τούρκικο όνομα αλλά η καταγωγή τους είναι ελληνική

Το όνομα του ήταν ιερομόναχος Δαμασκηνός.
Ο Andre Guillet μας δίνει αρκετές ακόμα χρήσιμες πληροφορίες. Φτάνοντας από το Πόρτο-Κάγιο στον Πειραιά ή όπως λεγόταν τότε Πόρτο-Λεόνε δίνει αυτήν την περιγραφή:
« Το μόνο που βλέπει κανείς σήμερα στον Πειραιά είναι ένα ωραιότατο μαρμαρένιο λιοντάρι, που έδωσε και τα’όνομά του στο ένδοξο λιμάνι. Έχει ανοιχτό στόμα και κοιτάζει προς τη θάλασσα. Σου δίνει την εντύπωση πως μουγγρίζει κι’είναι έτοιμο να ορμήσει στα αραγμένα καράβια.
Υπάρχει ακόμα ένα καραβάν-σεράι αλλά όχι σαν εκείνα που βλέπεις στην Τουρκία όπου χρησιμεύουν για ξενοδοχεία των ξένων. Το καραβάν-σεράι του Πειραιά είναι μια άθλια αποθήκη όπου τοποθετούνται τα εμπορεύματα που εκφορτώνονται από τα καράβια σε περίπτωση βροχής ή όσα μεταφέρονται από την Αθήνα για εξαγωγή
».
Οι Αθηναίοι έχοντας επίγνωση των αρχαίων παραδόσεων έχουν αυτή τη συνήθεια, όπως την περιγράφει ο Guillet:
«Όταν ο δικαστής υποχρεώνει σε μια πολιτική υπόθεση τον Αθηναίο να ορκισθει στο Ευαγγέλιο ανοίγει την Καινή Διαθήκη στο κεφάλαιο 17 των Πράξεων των Αποστόλων και του επιβάλλει να ακουμπήσει την παλάμη του στη σελίδα. Αυτή η λεπτομέρεια αποκτά μια πρόσθετη έννοια επισημότητος επειδή το κεφάλαιο 17 αναφέρεται στον προσηλυτισμό του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου στον χριστιανισμό κατά την περίφημη επίσκεψη του Αποστόλου Παύλου
».
Συνεχίζει:
« Όσο για τον αριθμό των κατοίκων με έκπληξη είχα διαβάσει και ακούσει χίλιες φορές ότι η Αθήνα είναι σωστή έρημος. Σίγουρα οι ταξιδιώτες που δημοσίευσαν αυτές τις πληροφορίες περιορίσθηκαν να μπουν στην πολιτεία και να βγούν. Ίσως έφθασαν στην Αθήνα κάποια μέρα που έβρεχε και δεν βρισκόταν άνθρωπος στους δρόμους ή σε περίοδο επιδημίας που ανάγκασε τους κατοίκους να εγκαταλείψουν την πολιτεία και να εγκατασταθούν στην εξοχή. Η Αθήνα έχει πληθυσμό δέκα πέντε ή δέκα έξι χιλιάδων κατοίκων. Απ’αυτούς χίλιοι ως χίλιοι διακόσιοι είναι Τούρκοι. Όσο για τους Εβραίους δεν τους ανέχτηκαν ποτέ οι Αθηναίοι μ’όλο που ζουν πολλοί στις γειτονικές περιοχές και κυρίως στη Θήβα και στον Εύριπο(Εύβοια).»
Από τους 15-16,000 κατοίκους οι 1000-1200 είναι Τούρκοι και οι υπόλοιποι Έλληνες για τους οποίους γράφει ο Guillet:
« Η γλώσσα τους είναι η λιγότερο παρεφθαρμένη σ’ολόκληρη την Ελλάδα. Μόνο στην Αθήνα γίνονται κατανοητά τα σωστά ελληνικά. ¨όταν μιλάνε νομίζεις πως τραγουδούν.
Είναι γνωστή η ελληνική παροιμία « Για να μιλάς ευχάριστα πρέπει να έχεις τη γλώσσα της Αθήνας και την προφορά του Αναπλιού»
."
Ο Ιταλός Cornelio Magni(8) επισκέφτηκε την Αθήνα και μας άφησε ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τους Αθηναίους της εποχής. Γράφει λοιπόν:
« Τα σπίτια της Αθήνας είναι γερής κατασκευής αλλά υστερούν σε αρχιτεκτονική. Ο αριθμός των κατοίκων υπολογίζεται σε δώδεκα χιλιάδες ψυχές, όλοι Έλληνες ορθόδοξοι. Υπάρχουν στην πόλη πολλές εκκλησίες και μοναστήρια με πολυάριθμους και παχύτατους καλόγερους. Όλοι ανεξαιρέτως εκκλησιαστικοί και λαϊκοι, ακόμα και οι γυναίκες τρέφουν βαθύτατο μίσος κατά των Λατίνων. Προτιμούν να προσκυνήσουν το Κοράνιο παρά να ασπασθούν το δικό μας δόγμα.
Οι άρχοντες της πολιτείας είναι μια ντουζίνα περίπου οικογένειες. Μερικοί απ’αυτούς υπερηφανεύονται για την αυτοκρατορική τους καταγωγή. Ισχυρίζονται ότι είναι απόγονοι των Παλαιολόγων. Ματαιόδοξοι και υπερόπτες παριστάνουν ακόμα τους κληρονόμους του Αρείου Πάγου.
Ξεχωρίζουν από τους άλλους Αθηναίους από τη φορεσιά τους που είναι σοβαροφανής και γελοία. Συνηθίζουν το μαύρο χρώμα, μακριές ζακέτες με πλατειά μανίκια για να παριστάνουν τους πατρικίους. Ξυρίζουν ολόκληρο το κεφάλι και το σκεπάζουν με ένα καμελαύκι. Κουρεύουν τα γένεια γύρω-γύρω στο πηγούνι. Οι πιο επίσημοι φοράνε ένα καπέλο δύο σπιθαμές ψηλό από μαύρη καλοδουλεμένη φέλπα. Αυτά τα καπέλλα διατηρούνται στην οικογένεια όπως οι Σταυροί της Μάλτας και άλλων ιπποτικών ταγμάτων της χριστιανοσύνης. Περνούν από πατέρα σε γιό και θεωρούνται πολύτιμη κληρονομιά. Τα κυριώτερα ονόματα αυτών των επιφανών οικογενειών είναι: Βενιζέλος, Παλαιολόγος, Λιμπόνας, Περούλης, Καβαλλάρης. Υπάρχει και η οικογένεια Χαλκοκονδύλη. Είναι απόγονοι του περίφημου Βυζαντινού ιστορικού αλλά σήμερα είναι πάμπτωχοι.
Τα φορέματα των γυναικών δεν έχουν τίποτα ξεχωριστό: ένας κόκκινος σάκκος που αποτελεί το μπούστο και μια φούστα ραμμένη στο πανωκόρμι. Σκεπάζουν το κεφάλι με μια σκούφια από βελούδο ή δαμάσκο, στολισμένη με νομίσματα( πολλές φορές είναι χρυσά). Πάνω από τη σκούφια συνηθίζουν ένα άσπρο βέλο που σκεπάζει ολόκληρο το πρόσωπο. Εκείνο που βελτιώνει κάπως την αμφίεση τους είναι ένα ζιπούνι σφιχτό που φθάνει ως τα γόνατα. Καμαρώνουν γι’αυτό το φόρεμα που γίνεται από μποκάρ, βελούδο, λεπτή τσόχα με φόδρα και γουναρικό από κουνάβι, ακόμα και ζιμπελίνα. Στο στήθος έχει γαϊτάνι από χρυσή ή ασημένια κλωστή που το λένε «σύρμα» και κουμπιά χοντρά σαν καρύδι. Αυτά είναι, όλα- όλα τα στολίδια τους
»


Ο Magni υπολογίζει τους Τούρκους της Αθήνας του 1674 σε τρεις χιλιάδες. Από τους οποίους το μεγαλύτερο μέρος κατοικεί στην Ακρόπολη. Σημειώνει επίσης ότι δεν υπάρχουν Εβραίοι στην Αθήνα. Αρβανίτες δεν υπάρχουν εκείνη την εποχή στην Αθήνα και οι μόνοι Δυτικοί είναι οι πρόξενοι της Γαλλίας και της Αγγλίας Chastagnier και Giraud αντίστοιχα.
Ο Magni διασώζει και μια παροιμία της εποχής:
« Να φυλάγεσαι από Οβριό Σαλονικιό, από Ρωμιό Αθηναίο κι’από Τούρκο Χαλκιδαίο.»
Συνεχίζει ο Ιταλός περιγράφοντας μια κυνηγετική εκδρομή στα περίχωρα της Αθήνα, παρέα με τον βοεβόδα της Αθήνας, περιγράφοντας την ενδυμασία των χωριατών της Αττικής(κατά πλειοψηφία Αρβανίτες).:

«Οι άνδρες φοράνε μια πάνινη πουκαμίσα και μπενοβράκια που φθάνουν ως τη μέση της γάμπας. Στο κεφάλι συνηθίζουν, όπως σ’όλη τη χώρα μια κόκκινη σκούφια. Διατηρούν γένεια γύρω από το πηγούνι. Για να προφυλαχθούν από τον ήλιο στερεώνουν πάνω στο μέτωπο ένα μικρό καπέλο που το δένουν με δύο κορδόνια, το ένα κάτω από το πηγούνι και το άλλο στον αυχένα. Ο χωριάτισσες φορούν ένα πολύ ευρύχωρο πουκάμισο με πλατειά μανίκια. Στο πανωκόρμι τους το πουκάμισο είναι μεταξωτό. Πάνω απ’αυτό πέφτει ένα ζιπούνι, από το ίδιο πανί, που φθάνει ως τη μέση της γάμπας. Από το λαιμό κρέμεται ένα ασημένιο κορδόνι με τρύπια νομίσματα, ελάχιστης αξίας. Περίεργος είναι το ξύλινο τσέρκι που στερεώνουν μια παλάμη πάνω από την κορυφή του κεφαλιού και το καλύπτουν με κόκκινο πανί στολισμένο με τέσσερα δάχτυλα δαντέλλα και κεντήματα μ’ασημοκλωστή. Όλες έχουν μια μακριά ουρά μαλλιών που κρέμεται στη ράχη τους σύμφωνα με παλιά ελληνική συνήθεια. Και στα αγάλματα είδα παρόμοιες κομμώσεις."



(1)CLASSICAL AND TOPOGRAPHICAL TOUR THROUGH GREECE, DURING THE YEARS 1801, 1805, AND 1806. BY EDWARD DODWELL
(2) Abou Abd Allah Mohammed Ben Mohhamed Ben-Abd Allah Ben-Edris-al Hammundi/A.Jaubert,Geographie d’Edrisi,Paris 1811
(3) Reinhold Lubenau /C.G. Low: A description of Athens in 1589
(4) Travels and voyages through Europe,Asia and Africa…by William Lithgow, Leith,1814
(5)Louis Deshys baron de Courmesnin: Voyage du Levant fait par le commandement du Roy en l’annee 1621,Paris,1624
(6) Evliya Mehmet Zilh)(μεταφρ. Narrative of travels in Europe, Asia and Africa by Evliya
Efendi,London 1834).
(7) Athenes ancienne ey nouvelle et l’estat present de l’empire des Turcs,Paris 1675
(8) Relazione della citta d’Athene,colle provincie dell’Attica… l’anno 1674,Parma 1688
Συνεχίζεται...

Σάββατο 19 Απριλίου 2008

Αρβανίτες και 1821

Αρβανίτες
“ Οι μισοί Έλληνες είναι Αρβανίτες”...”Οι Αρβανίτες απελευθέρωσαν την Ελλάδα το ‘21”

Αυτές οι φράσεις που κυκλοφορούν σε μερικούς τόπους του διαδικτύου με “ανάγκασαν” να ψάξω λίγο για να δω αν ισχύουν ή όχι. Δεν θα ήθελα να αναφερθώ στους λόγους που κάνουν κάποιους να γράφουν αυτές τις φράσεις και άλλες παρόμοιες, αλλά νομίζω ότι τις περισσότερες φορές γράφονται κακόβουλα με την προοπτική να θίξουν το εθνικό αίσθημα των Ελλήνων λες και οι Αρβανίτες δεν είναι κομμάτι των Ελλήνων…
Αυτοί που θίγονται περισσότερο πιστεύω ότι είναι οι συμπολίτες μας Αρβανίτες που τέτοιου είδους φράσεις τους κάνουν να φαίνονται σαν ένα ξένο προς τον Ελληνισμό, ή Ρωμιοσύνη αν θές, στοιχείο, συγγενεύον περισσότερο με κάποιους καλοπροαίρετους γείτονες μας παρά με “εμάς”(χρησιμοποιώ πρώτο πληθυντικό ως μη Αρβανίτης στην καταγωγή, εννοώντας αυτούς που οι πρόγονοι τους μιλούσαν ελληνικά και μόνο ελληνικά).
Προσπαθώ να συγκεντρώσω μερικά στοιχεία για τη γεωγραφική κατανομή και πληθυσμό των Αρβανιτών στη νότια Ελλάδα απαντώντας στην πρώτη φράση(“Οι μισοί Έλληνες είναι Αρβανίτες”) και ακολούθως την συμμετοχή τους στην Επανάσταση του 21 απαντώντας στη δεύτερη φράση(“Οι Αρβανίτες απελευθέρωσαν την Ελλάδα το ‘21”).
Ταυτόχρονα πιστεύω ότι χρειάζεται να διευκρινίσουμε ποιοι από τους αγωνιστές του 21(από τους “διάσημους”…) είχαν αρβανίτικη καταγωγή, γιατί πολλές ανιστόρητες αξιώσεις γράφονται στο διαδίκτυο.


Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με το ερώτημα του πληθυσμού των Αρβανιτών κυρίως τον 19ο αιώνα όταν η γλώσσα μιλιόταν σχεδόν καθολικά από τους αρβανίτικης καταγωγής Έλληνες και ήταν πιο εύκολη η “διάκριση” τους,αρχίζοντας απο το σοβαρό,και όσο είναι δυνατό απαλλαγμένο απο διαδεδομένα παραϊστορικά στοιχεία, βιβλίο του Κ. Μπίρη “Αρβανίτες, οι Δωριείς του νεότερου Ελληνισμού, η ιστορία των Ελλήνων Αρβανιτών”.
Ο Μπίρης (Αρβανίτης ο ίδιος,αν και όχι ιστορικός) στο κεφάλαιο του δημογραφικού απολογισμού τονίζει το μεγάλο λάθος των όσων ξένων(προξένων, περιηγητών) ασχολήθηκαν με αυτό το θέμα οι οποίοι αντιεπιστημονικά εύκολα χαρακτήρισαν το κράμα των γηγενών με τους πάροικους Αρβανίτες που ήταν πια δίγλωσσο ως Αλβανούς. (1)
Ας δούμε τι έγραφε ο Johann Georg von Hahn(Albaneische Studien,1854) o οποίος θεωρείται ο πατέρας της αλβανολογίας και έζησε στην Ελλάδα πάνω από 20 χρόνια αφού από το 1843 ως το 1869 διετέλεσε διαδοχικά ως πρόξενος της Αυστρίας στα Γιάννενα, τη Σύρο και τέλος στην Αθήνα ως Γενικός Πρόξενος. Στον πίνακα που παραθέτει στο προαναφερόμενο βιβλίο αναφέρει κατά τόπο τον πληθυσμό των Αρβανιτών στην Ελλάδα και καταλήγει στο σύνολο των 173.000 Αρβανιτών όταν η Ελλάδα είχε πληθυσμό σύμφωνα με την απογραφή του 1856 1.096.810.
Ο Hahn όμως στο πρόλογό του, τον οποίο έγραψε αργότερα, αναφέρει το λάθος που έκανε να αναφέρει στον πίνακα 10.000 Αρβανίτες στο Σπερχειό και άλλους 5.000 στη Φωκίδα όπου, όπως αναφέρει και ο Μπίρης (2), δεν υπήρχαν καθόλου!!
Αναφέρει μάλιστα στον πρόλογο του ότι πολλοί αμφισβήτησαν τους υπολογισμούς του όπως και αυτός ο Finlay(γνωστός για τα βιβλία του για την Ελλάδα και κυρίως για την Επανάσταση) ο οποίος υπολόγισε τους κατοίκους των περιοχών που μιλιέται η αρβανίτικη σε 100.000(3) και ο οποίος περιέργως στο βιβλίο του (4) ανεβάζει τον αριθμό σε 200.000 χωρίς να δίνει τις κατανομές.
Δεχόμενοι τα γραφόμενα του Hahn ως πιο σημαντικά από κάθε άλλον της εποχής του λόγω των γνώσεων του περί αλβανολογίας και της διαμονής τόσων χρόνων στην Ελλάδα βλέπουμε ότι ο αριθμός των Αρβανιτών περιορίζεται μετά από τις διορθώσεις που έκανε ο ίδιος(ο Hahn) σε 158.000 το οποίο αντιστοιχεί ποσοστό περίπου 14 τοις εκατό του συνόλου του πληθυσμού της τότε ελεύθερης Ελλάδος.
Αναλυτικότερα ο Hahn αναφέρει 55.000 Αρβανίτες στην Αττικοβοιωτία (συν τη Σαλαμίνα) σε σύνολο 116.021 κατοίκων.
Στη νότια Εύβοια αναφέρει 25.000 σε συνολικό πληθυσμό 72.368(όλης της Ευβοίας).
Στην βόρεια Άνδρο(5) αναφέρει 6.000 σε σύνολο κατοίκων του νησιού 19.376.
Στην Αργολίδα με τα νησιά του Αργοσαρωνικού (Ύδρα, Σπέτσες, Πόρος) αναφέρει 47.000 σε σύνολο 75.501 κατοίκων εκ των οποίων οι μονόγλωσσοι ελληνόφωνοι βρίσκονται κυρίως δυτικά και βόρεια του Άργους αλλά και στα δύο κέντρα Άργος και Ναύπλιο.
Επίσης αναφέρει στην Αχαΐα και Κορινθία 15.000 Αρβανίτες σε σύνολο 129.000 κατοίκων. Εκ των όποιων οι της Αχαΐας κατοικούν στα Αρβανιτοχώρια ή Ζουμπατοχώρια στις δυτικές υπώρειες του Παναχαϊκού(καλοκαίρι) και σε μερικά χωρία της πεδιάδος του δήμου Δύμης και Φαρών(χειμώνα). Στην Κορινθία η αρβανίτικη γλώσσα επικρατεί στα ανατολικά αλλά και στην περιοχή του σημερινού δήμου Σικυωνίων(βλέπε αναλυτικότερα παρακάτω).
Για την υπόλοιπη Πελοπόννησο αναφέρει με ερωτηματικό 10.000 Αρβανίτες, οι οποίοι εντοπίζονται σε μικρές συστάδες χωριών όπως των Σουλιμοχωρίων Μεσσηνίας(οι Ντρέδες όπως αποκαλούνται) ,στην περιοχή Ζάρακα, κυρίως, της Λακωνίας και σε κάποια χωριά στον σημερινό δήμο Ηραίας στην Αρκαδία(Παλούμπα κ.α.).
Ο Μπίρης ασχολείται και με τον γεωγράφο Alfred Philippson ο οποίος περιηγήθηκε στην Πελοπόννησο το 1889 γράφοντας το «Zur Ethnographie des Peloponnes ,Pettersmans Mitteilungen»,1890. Αυτός ο συγγραφέας αναφέρει ότι κατάφερε…να υπολογίσει τους Αρβανίτες της Πελοποννήσου και των νησιών της Ερμιονίδος με τον αριθμό των 90.253 Αρβανιτών σε συνολικό πληθυσμό της ίδιας περιοχής 730.000 κατοίκων ήτοι 12% επί του συνολικού πληθυσμού και 9.5% όσον αφορά την Πελοπόννησο. Επίσης υπολογίζει τους Αρβανίτες όλων των περιοχών της Ελλάδας της εποχής του σε 224.000 όταν ο πληθυσμός της Ελλάδας την ίδια χρονιά σύμφωνα με την απογραφή ήταν 2.187.208, που σημαίνει 10% Αρβανιτών επί του συνόλου του ελληνικού πληθυσμού(της ελεύθερης Ελλάδας). Τον ίδιο χρόνο ο δραστήριος γιατρός από την Πάτρα Χ.Π. Κορύλλος έγραψε την «Εθνογραφία της Πελοποννήσου»(Πάτρα,1890) αφού περιηγήθηκε στην Πελοπόννησο και συνέλεξε στοιχεία για τους τόπους που αναφέρει ο Philippson στο βιβλίο του, λαμβάνοντας υπόψη και γνώμες δημάρχων και βουλευτών των εκεί επαρχιών κατέληξε στον αριθμό 71.037(50.352 για την Πελοπόννησο και 20.685 για τα νησιά) που σημαίνει σε σύνολο 730.000 κατοίκων της ίδιας περιοχής ποσοστό 9,5% και 7% για την Πελοπόννησο.
Επίσης το κρατικό Βρετανικό "Handbook of Greece,1918,Naval Staff-Intelligence Division"σελ.72, αναφέρει αναλύοντας την εθνογραφία της Ελλάδος οτι οι Αρβανίτες δεν ξεπερνούν το 1/12 του πληθυσμού(περ.8,5%, την εποχή πριν τις ανταλλαγές πληθυσμού,και χωρίς να συμπεριλαμβάνονται στο Ελληνικό κράτος η Δ.Θράκη και τα Δωδεκάνησα).

Μεγαλύτερο μέγεθος
Ο χάρτης του Philippson, αντιπροσωπεύοντας τις παρατηρήσεις του,τις οποίες γενικά μπορούμε να δεχτούμε ως πραγματικές και μπορούμε να τις διασταυρώσουμε
με τις άλλες πηγές που παραθέτω.


Ο Μπίρης όμως θεωρεί ότι το μεγαλύτερο λάθος που κάνουν οι ξένοι ερευνητές είναι να θεωρούν αυτό το περίπου 10% του Ελληνικού πληθυσμού ως απόλυτα αρβανίτικο μη υπολογίζοντας το συγκερασμό που προηγήθηκε, δηλαδή, των γηγενών ελληνόφωνων με τους αρβανιτόφωνους έποικους. Ο Μπίρης αναφέρει την άποψη του Philippson ότι πολλοί από αυτούς, που θεωρεί Αρβανίτες, έχουν ονόματα και ιδίως επίθετα αποκλειστικά σχεδόν ελληνικά. Μελετάει λοιπόν τον αριθμητικό καθορισμό της αναλογίας επωνύμων στους κοινοτικούς καταλόγους των κατοίκων των αρβανιτόφωνων περιοχών και παραθέτει κάποιες από τις παρατηρήσεις του: επώνυμα
α)από αρβανίτικους χαρακτηρισμούς, Μπάρδης(άσπρος),Σκλέπας(κουτσός),Κούκης(κόκκινος),Πρίφτης(παπάς)Τρίμης(παλληκάρι) κλπ. β)από αρβανίτικα ονόματα,Κόλιας(Νικόλας), Γκίκας(Ακίνδυνος), Γκίνης(Αργύρης), Γκιώνης(Κοσμάς), Νάστας(Αναστάσης) και
γ) καθαρά ελληνικά όπως, Τριανταφύλλου, Οικονόμου, Παπαιωάννου, Αποστόλου, Σωτηρίου,Μοραΐτης,Μανιάτης κλπ.. Τέλος υποστηρίζει ότι η αναλογία ανάμεσα στα επίθετα των Αρβανιτών είναι 40% ελληνικά,35% διφορούμενα και 25% αρβανίτικα.

Ελληνικά επώνυμα βρίσκουμε ακόμα και στους σημερινούς Arberesh της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας δηλώνοντας έτσι το μέγεθος της επιμιξίας των Αρβανιτών με των ντόπιων όταν ήρθαν στον Μοριά. Αυτή η επιμιξία έγινε μόλις σε διάστημα δύο γενεών(!). Ο Τίτος Γιοχαλάς στην συνεδρία της 6ης Ιουνίου του 1974 στην Ακαδημία Αθηνών και στην ομιλία του με τίτλο « Επόψεις του Ελληνισμού των αλβανικών κοινοτήτων της Σικελίας» αναφέρει αρκετά ελληνικά επώνυμα Αρβανιτών(Arberesh) της Σικελίας. Αναφέρει λοιπόν τα πλέον συνήθη ελληνικά επώνυμα που βρήκε στα βιβλία του αρχείου ελληνόρυθμου ναού της Martorana και είναι τα εξής: Βαπτισμένος, Διαμάντης, Λογοθέτης, Μυστράς, Κυπαρήσιος, Τηνιακός, Λάσκαρις, Παντελεήμονος, Αρκολαίων, Καντιώτης, Φωκάς, Χρυσόπουλος, Παλαμάρης, Παπαδόπουλος, Κυπριώτης,Ραβδάς. Αλλά και σε άλλες αρβανίτικες κοινότητες της Σικελίας συναντάμε τα επώνυμα: Αγιοβλασίτης,Αργυρόπουλος,Χαλκιόπουλος,Καλύβας,Καλογιάννης,Καλογεράς, Καβαδής, Κεφαλάς, Κοντολέων, Δροσερός, Χρυσόπουλος, Γερογιάννης, Μακρής, Πανταλαίων, Παπαδάς, Παλαιολόγος, Παριώτης, Προβατάς, Ροδιώτης, Σκορδίλης, Σκυλίτζης, Σοφιανός, Θεοδωρόπουλος κ.α.
Ακόμα και η γλώσσα των Αρβανιτών και δη αυτή των Σουλιωτών ήταν γεμάτη από ελληνικές λέξεις, όπως σωστά παρατηρεί και ο Τίτος Γιοχαλάς στο λεξικό του Μάρκου Μπότσαρη(Το αστείο είναι ότι ο άνθρωπος αυτός ο οποίος έγραψε ένα ελληνοαρβανίτικο λεξικό από κάποιους λέγεται ότι δεν ήξερε καν ελληνικά!!!!),εκδοθέν το 1980 και σελ.76-80, ότι σε σύνολο 1494 αρβανίτικων λημμάτων του λεξικού,τα 361 αποτελούν γλωσσικά δάνεια από τη ελληνική, από την τουρκική τα 187, από την ιταλική τα 21 και 2 από άλλες γλώσσες.
Ας αναφέρουμε τα στάδια εποίκισης Αρβανιτών στις ελληνικές περιοχές σύμφωνα με τον Μπίρη (7). Σημειώνει ο συγγραφέας ότι λόγω έλλειψης πηγών για μερικές φάσεις εποικισμού αρκείται, βασιζόμενος σε προηγούμενες περιπτώσεις, στην εκτίμηση του αριθμού των εποίκων κατά την αναλογία της εκτάσεως της χώρας για τη οποία πρόκειται και του πλήθους των χωριών που έγιναν γνωστά ως αρβανιτοχώρια:

Το 1330 ο Μανουήλ Καντακουζηνός έφερε στο δεσποτάτο του Μορέως. . .8000 Αρβανίτες
Το 1383 οι Καταλανοί έφεραν στην Λοκρίδα, στην Βοιωτία και στα βόρεια και τα δυτικά κράσπεδα της Αττικής άγνωστο αριθμό Αρβανιτών. Κατά τεκμήριο εκτάσεως της χώρας αυτής και του πλήθους των χωριών: . . . . . . . . . 20.000 «
Το 1384 ο Νέριος Ατζαιόλης έφερε στην Κορινθία 800 καβαλλαρέους Αρβανίτες ,οι οποίοι με τις οικογένειες τους υπολογίζονται σε: . . . . . .3.200 «
To 1405 ο Θεόδωρος Παλαιολόγος έφερε στο δεσποτάτο του Μορέως. . .10.000 «
Το 1405 ο Κεντυρίων Ζαχαρίας έφερε στην δυτική πλευρά της Πελοποννήσου άγνωστο αριθμό Αρβανιτών. Κατά τεκμήριο έκτασης της χώρας και πλήθος χωριών . .15.000 «
Το 1402 και το 1425 οι Βενετοί έφεραν στην Εύβοια άγνωστο αριθμό Αρβανιτών.
Κατά τεκμήριο εκτάσεως της χώρας και πλήθους χωριών. . . . . .10.000 «
Το 1418 ο Αντώνιος Ατζαιόλης έφερε στα Μεσόγεια της Αττικής άγνωστο αριθμό Αρβανιτών. Κατά τεκμήριο έκτασης και πλήθους χωριών. . . . .15.000 «

Σύνολο 81.200

Η εκτίμηση αυτή του Μπίρη αν και αντιεπιστημονική δεν πρέπει να απέχει πολύ απο την πραγματικότητα αφού ο Βενετός Γενικός Προβλεπτής Stefano Magno στο "Annali Veneti"(7β) αναφέρει οτι ο πληθυσμός των Αρβανιτών στην Πελοπόννησο το 1453 ήταν περίπου 30,000.


Αυτό που σημειώνει ο Μπίρης είναι ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό από αυτούς τους Αρβανίτες που κατέβηκαν στην Ελλάδα μετανάστευσε αργότερα στην Κάτω Ιταλία και είναι αυτών οι απόγονοι Arberesh που τραγουδάνε και σήμερα για τον όμορφο Μοριά(Bukura More) όπου έθαψαν τους πατεράδες τους.
Οι Αρβανίτες αυτοί που συναντάμε στην νότια Ελλάδα αντιπροσωπευόμενοι από τους παραπάνω αριθμούς είναι οι ίδιοι που συναντάμε στην Αιτωλοακαρνανία-Άρτα-Θεσσαλία οι οποίοι μετά από την επικράτηση του Κάρολου Τόκκου εδιώχθησαν και για διάφορους άλλους λόγους για τους «προσωρινά Θεσσαλιώτες», (8) , (9),(10),(10α) ώστε σήμερα να έχουν αφήσει μόνο ορισμένα τοπωνύμια όπως Ζαπάντι ,Κομποθέκρα ,Κριεκούκι κ.α.
Παραθέτω επίσης κάποιες πληροφορίες γύρω από τους Αρβανίτες που είναι πολύ σημαντικές(10 β).


Ο Άγγελος Έμμος,Βενετός κυβερνήτης της Πελοποννήσου κατά τα έτη 1703-1706, χαρακτηρίζει τους Αρβανίτες: « γένος άθλιον, περιορισθέν μετά των οικογενειών αυτών εις τα κρησφύγετα των όρεων, εν πενιχραίς καλύβαις, αποζών εκ των προιόντων των ποιμνίων, ων αυτοί σχεδόν αποκλειστικώς εισίν οι επιμεληταί» . Ο δε διάδοχος του Φραγκίσκος Γριμάνης(1706-1709), επιεικέστερος, αυτά λέει για την Πελοπόννησο γενικά αλλά και για τους Αρβανίτες ειδικότερα προς τη Γερουσία του : « Η Πελοπόννησος κατοικείται υπό Ελλήνων και Αλβανών, τούτων οι Έλληνες, πολυπληθέστεροι,οικούσι τας πόλεις και καταγίνονται εις το εμπόριον και τη ναυτιλίαν,οι δε Αλβανοί οίτινες τοσούτον έχουσι συγχωνευθή μετά των Ελλήνων, ώστε δεν θεωρούνται αποτελούντες ίδιαν φυλήν αλλ’απλώς διάφοροι τάξιν, είσιν ολιγώτερον εύποροι και πεπολιτισμένοι, διάγοντες βίον πλάνητα και νομαδικόν και διαιτώμενοι το μεν θέρος εις τα όρη της Αρκαδίας, τον δε χειμώνα εις την Ηλίδα και την Αργολίδα και τα παράλια του Φαναρίου(Ερμιονίδα,Τροιζήνα και Επιδαυρίαν).»





Οι Αρβανίτες και η Επανάσταση του ‘21





Αργοσαρωνικός
Ας ξεκινήσουμε με την συμμετοχή των Αρβανιτών του Αργοσαρωνικού κυρίως της Ύδρας και των Σπετσών που τόσο και τόσο έχει υπερεκτιμηθεί η προσφορά τους στον Αγώνα το 21’.

Πρώτα όμως λίγα λόγια για την καταγωγή των κατοίκων της Ύδρας βασιζόμενος στη βραβευμένη από την Ακαδημία «Ιστορία του εποικισμού της Ύδρας / Τρύφωνος Ε. Ευαγγελίδου».Η καταγωγή των κατοίκων των δύο νησιών (Ύδρας, Σπετσών) είναι παρόμοια οπότε η ιστορία εποικισμού της Ύδρας καλύπτει και αυτή των Σπετσών. Ο συγγραφέας λοιπόν αναφέρει ότι οι πρώτοι κάτοικοι ήταν Αρβανίτες από τις απέναντι ακτές της Πελοποννήσου που έφθασαν στα τέλη του 15ου αιώνα και ότι αργότερα(1540-1574) ήλθαν άποικοι Αλβανόφωνοι(από την Τροιζηνία και το Θερμίσιο) ,κυρίως, αλλά και Ελληνόφωνοι από την Μονεμβασιά. Κατά τους ιστοριογράφους της Ύδρας Γ.Δ.Κριεζή και Α. Μιαούλη(σελ 35-48) από το 1580 ως το 1628 ποιμενικές κυρίως οικογένειες κατέφθασαν από την Πελοπόννησο, το 1635 ήλθαν κάποιες οικογένειες από την Αυλώνα της Αλβανίας, στα μέσα του 17ου αιώνα από την Κύθνο, το 1668 κατέφθασαν ελληνόφωνες οικογένειες από τα Βούρλα της Μικράς Ασίας (11) (όπως αυτή του Γιακουμάκη(σημείωση: ελληνική απόδοση του ονόματος Ιάκωβος και όχι αρβανίτικη που είναι Γκούμας}) , το 1668 ήλθε η οικογένεια των Βώκων(Μιαούληδων) από τα Φύλλα Ευβοίας(χωριό ελληνόφωνο, αρκετά βορειότερα από το όριο αρβανιτοφωνίας που φτάνει μέχρι την Αχλαδερή). Το 1750 και 1762 κατέφθασαν Αρβανίτες από το Κρανίδι και την Ερμιόνη αλλά το κυρίως κύμα ήταν αυτό της εποχής που οι Τουρκαλβανοί , στους οποίους οι Τούρκοι είχαν αναθέσει να “συνετίσουν” τους Πελοποννήσιους μετά τα Ορλωφικά, λυμαίνονταν όλο το Μοριά.
Και άλλες σημαντικές οικογένειες από ελληνόφωνες περιοχές μετοίκησαν στις Σπέτσες , «αρβανιτοποιώντας» και τα ονόματά τους όπως προφανώς και την γλώσσα που χρησιμοποιούσαν στην καθημερινότητά τους. Ο Διομήδης-Κυριάκος Αναστάσιος μας πληροφορεί ότι οι πιο σημαντικοί οικογένεια των Σπετσών οι Μεξαίοι κατάγονταν από το Λεωνίδιο, την «πρωτεύουσα» των Τσακώνων. Οι Ορλοφαίοι(δεν ήταν βέβαια Ρώσοι, αλλά παρατσούκλι που έγινε επίθετο) και οι Λαζαραίοι ήταν Μανιάτες και στα χρόνια του Διομήδη-Κυριάκου τους αποκαλούσαν ακόμα «Μανιάτες». ( 11 α)
Και ο πρωτοπόρος επαναστάτης της Ύδρας που κατάφερε και ξεσήκωσε το νησί ,Αντώνης Οικονόμου ήλκε την καταγωγή του απο την ελληνόφωνη (βλ.Αρβ.και1821 συν.3)} Επίδαυρο Αργολίδας απο την οικογένεια των
Τριχάδων
η οποία κατά το έτος 1668 μετανάστευσε στην Ύδρα σύμφωνα με τον Γ.Κριεζή (11β) .



Το 1679 ο περιηγητής De Fleury αναφέρει ότι η Ύδρα είχε 1000 κατοίκους.
Στην περίοδο της Επανάστασης η Ύδρα είχε 16,000 κάτοικους και 10,000 πάροικους απ’όλη την Ελλάδα. (12)
Οι κάτοικοι λοιπόν της Ύδρας λόγω του άγονου του εδάφους της νήσου τους στράφηκαν προς την αλιεία και κατέληξαν στη ναυτιλία καταφέρνοντας έτσι μερικές οικογένειες να πλουτίσουν ειδικά μετά των αποκλεισμό της Γαλλίας του Ναπολέοντα από τους Άγγλους όταν οι Υδραίοι αλλά και άλλοι Έλληνες ναυτικοί κατάφερναν να σπάσουν τον αποκλεισμό και να πουλήσουν σιτάρι από την Ουκρανία σε υψηλότατες τιμές όπως είναι φυσικό.
Έτσι δημιουργήθηκαν πλούσιες και ισχυρές οικογένειες σαν αυτές των Κουντουριώτιδων, Βουλγάρηδων, Μπουμπούληδων(Σπέτσες) κ.α.
Η αξίωση ότι κάποιοι από τους αγωνιστές της Επανάστασης δεν ήξεραν ελληνικά(!!) εκτός από ανιστόρητη είναι και αστεία. Να τι μας πληροφορεί ο Howe (12α):
«Οι απόγονοι των Αρβανιτών όλοι μιλούν αρβανίτικα, όμως στην Ύδρα και στις Σπέτσες δεν υπάρχει άνδρας που να μη μιλάει τέλεια τα ελληνικά, τα οποία έμαθε από την παιδική του ηλικία, παρόλα αυτά μιλούν αρβανίτικα μεταξύ τους
Το ίδιο φαίνεται και εδώ:(13) - (14)

Ας φτάσουμε λοιπόν στην συμμετοχή των Υδραιοσπετσιωτών στον Αγώνα που είναι σαφώς υπερεκτιμημένη, μέσα από τα γραφόμενα ιστορικών και απομνημονευματογράφων της εποχής. Το γενικό συμπέρασμα που πιστεύω ότι βγαίνει είναι ότι οι νησιώτες του Αργολικού (με μερικές φωτεινές εξαιρέσεις όπως αυτή του Αντώνη Οικονόμου που ανάγκασε τους “Νοικοκύρηδες” να σηκώσουν επαναστατικά πανιά και ως ανταμοιβή είχε την δολοφονία του στις 16 Δεκεμβρίου του 1821 από ανθρώπους των Νοικοκύρηδων της Ύδρας) είναι ότι κινήθηκαν με ιδιοτέλεια και απαράμιλλο τοπικισμό.

Όπως προανέφερα ο Αντώνης Οικονόμου(Υδραίος) μαζί με τον έτερο Υδραίο Γκίκα(Ακίνδυνο) Θεόδωρου Γκίκα και την βοήθεια Μωραιτών Φιλικών που είχαν καταφύγει στην Ύδρα ώστε να πείσουν τους ντόπιους να ξεσηκωθούν κατάφεραν να αναγκάσουν τους Νοικοκυραίους σηκώσουν την σημαία της Επανάστασης. Αυτοί οι Μωραΐτες ήταν οι Πέτρος Μάρκεζης(Τσάκωνας), Γεώργιος Αγαλόπουλος(Μυστρά), Ν. Σπηλιοτόπουλος(Δημητσάνα), Ι. Στρατηγόπουλος (Λαγκάδια), Παν. Μπεγλής(Ζυγοβίστι) και Γιώργης Μαυρομιχάλης(φυσικά Μανιάτης). (14α)
Φυσικά η…μεγαλύτερη μορφή των Υδραίων ήταν ο Γιώργης Κουντουριώτης… που στάθηκε εμπόδιο εμπρός της ενότητας των Ελλήνων. Τι εννοώ;


Χρυσανθόπουλος Φώτιος - Φωτάκος
Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως τ.Α'
σελ.111

«Η Διοίκησις, ως κοινή μητήρ ,δεν θέλει αδιαφορήσει και εις τας πολεμικάς χρείας, και φθάσαντος του δανείου θέλει σας οικονομήσει αναλόγως. Τα πολεμικά πλοία εξ Ύδρας και Σπετσών δεν εκπλέουσιν ακόμη εξ αιτίας όπου το ταμείον δεν έχει χρήματα να πληρώσει τους ναύτας, άμα όμως φθάσουν τα χρήματα και πληρωθούν οι ναύται θέλουν έβγει ευθύς επειδή είναι έτοιμα [...]
Εν Μύλοις Ναυπλίου τη 27 Μαίου 1824
Ο Πρόεδρος
Γ.Κουντουριώτης»

Τί είναι αυτή η επιστολή; Είναι η πατριωτική απάντηση του Κουντουριώτη προς τους άμοιρους Κασιώτες που έβλεπαν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο να περιτριγυρίζει το νησί τους. Να η αγωνιώδης έκκληση τους:
«Σεβαστή Διοίκησις
Με μέγιστην βίαν, γράφομεν όλοι οι ομογενείς κάτοικοι της νήσου Κάσου, κλαιόμενοι εις την Σεβαστήν Διοίκησιν, ειδοποιούντες την υμετέραν κορυφήν,ότι τρεις ημέρας έχει σήμερον ο αιγυπτιακός στόλος όπου έχει πλόκον την νήσον ημών,καθ’όλα τα μέρη,μάλιστα την ημέραν της Αναλήψεως μας έκαμε και έναν φοβερό πόλεμο,πλήν χάριτι,δεν εβλάφθη ουδείς των χριστιανών,λοιπόν παρακαλούμεν την Σεβαστήν ημών Διοίκησιν και μητέρα να μας προφθάση βοήθειαν θαλάσσιον και λοιπά,διόνομα και αγάπην του Θεού,κάμετε έλεος δια ημάς τους κατοίκους της νήσου Κάσου,επειδή και η γενναιότης και μεγαλοψυχία ημών είναι μεν πρόθυμοι ,όμως κατά την θαλάσσιον δύναμιν πολύ σας παρακαλούμεν να μας προφθάσετε[...].Ταύτα ιδεάζοντες την Υπέρτατην ημών Διοίκησιν την παρακαλούμεν μετά δακρύων αμέσως και χωρίς αναβολήν καιρού να μας προφθάσετε εις την άνωθεν θαλάσσιον δύναμιν[...]
Εκ Κάσου 1824 τη 17 Μαίου
Όλοι οι κάτοικοι της νήσου Κάσου


Φυσικά οι Κουντουριωταίοι είχαν πιο σημαντικά θέματα να τους απασχολούν όπως η καταδίωξη των ληστών(!) που θα πρόδιδαν το έθνος, δηλαδή των Κολοκοτρωναίων, Νικηταράδων και άλλων. (15)
Πιστεύω πως όλοι ξέρουμε τι συνέβη μετά στην απροστάτευτη Κάσο…σφαγές και εξευτελισμοί. Οι Υδραίοι “θρηνολογούντες” στέλνουν αυτό εδώ το γράμμα(16):
«Ενώ θρηνολογούμεν την ανέλπιστον καταστροφήν της Κάσου, πρέπει να ομολογήσωμεν, ότι η προσβολή του εχθρού εκεί διέσωσε τας νήσους μας, τας οποίας ημπορούμε να καταλάβη αιφνιδίως ως εκείνην» (16)
Ανέλπιστον;;; Φυσικά,τα ταμεία δεν ήταν αρκετά για να σωθεί η Κάσος…
Δεν απελπίστηκαν όμως…είδαν και τα θετικά στοιχεία της καταστροφής της Κάσου…:
“… η προσβολή του εχθρού εκεί διέσωσε τας νήσους μας(Υδραίοι προς Σπετσιώτες) ,τας οποίας ημπορούσε να καταλάβη αιφνιδίως ως εκείνην.Εις μάτην όμως και η ειδοποίησις αυτή μας δίδεται δια της θείας πρόνοιας,εάν εισέτι κωφεύσωμεν και φράξωμεν τας αισθήσεις μας.”(17)

Δεν είχαν λεφτά τα ταμεία της Κυβέρνησης; Που πήγαν τα δάνεια;
(17α) «Οι πληρωμές που έγιναν δεν είχαν σχέση με τις αναγκαιότητες του δημόσιου καλού, αλλά εξαρτιόνταν από την επιρροή ατόμων μέλη της Κυβέρνησης. Το μεγαλύτερο μέρος του πρώτου δανείου δόθηκε στους πλοιοκτήτες και ναύτες αυτού που αποκαλούσαν Ναυτικό, και η μερίδα του λέοντος πήγε στους Αρβανίτες της Ύδρας και των Σπετσών. Ο εμφύλιος πόλεμος κατάπιε πολλές δόσεις



Το κακό έγινε δηλαδή στην Κάσο αν και θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν όχι να μετριασθεί η κακοτυχία των Κασιωτών. Ο στόλος όμως αυτός που λεηλάτησε και έσφαξε στην Κάσο δεν θα μπορούσε να μείνει “άπραγος”. Το λογικό ήταν να ξεκινήσει για άλλο μέρος του Αιγαίου και να “συνετίσει” και άλλους νησιώτες.
Οι κεφαλές της Ύδρας είχαν κάποιες πολύ σοβαρές ενδείξεις για τον στόχο του τουρκοαιγυπτιακού στόλου και αυτός ήταν τα Ψαρά. Να οι προειδοποιήσεις:
α.) Ο Γραμματέας του Επάρχου Μυκόνου είχε γράψει στην Ύδρα ότι η αρμάδα του Χοσρέφ πέρασε την 1 του Ιούνη έξω από τα Ψαρά και φουντάρισε στη Μυτιλήνη.(18)
β) Οι γραμματείς της καγκελαρίας του Πόρου οι οποίοι γράφανε στην Ύδρα ότι «Η απόφασις του Χοσρέφ είναι πρώτον δια τα Ψαρά να κτυπήση και έστω εις είδησήν σας»,(19)
γ)Ακόμα και ο στεριανός Ανδρούτσος το είχε προβλέψει απ’τις 20 Απρίλη και είχε ειδοποιήσει το Εκτελεστικό γράφοντας πως “ αυτή η νήσος(Ψαρά) επαπειλείται ιδιαιτέρως φέτος». (20)
Και αυτός ο Λάζαρος ,ο αδερφός του Γιώργη, Κουντουριώτης είχε ειδοποιήσει στις 19 του Μάη τον αδερφό του πως ο Χοσρέφ «ή στην Σάμο θα πάει ή στα Ψαρά».
Ο Νικόδημος(Ψαριανός μπουρλοτιέρης και απομνημονευματογράφος) ανιστοράει ότι ενώ βρίσκονταν κοντά στο Εκτελεστικό κάμποσοι Ψαριανοί παραστάτες προσπάθησαν να μεταπείσουν τους Κυβερνητικούς να μην στείλουν το στόλο στην Κάσο που ήταν ήδη κατεστραμμένη αλλά στα Ψαρά που απειλούνταν «αλλά δεν εισηκούσθησαν» (21).
Για να καταλάβετε πως πολιτέυονταν οι Υδραίοι και ειδικά οι αδελφοί Κουντουριώτες δείτε τι έγραφε σ’αυτό εδώ το γράμμα ο Γιώργης προς τον αδελφό του Λάζαρο για τον Λουμάκη (Ψαριανός παραστάτης που από τον Μορια οδεύοντας προς τα Ψαρά θα πέρναγε από την Ύδρα) :
Ο Λουμάκης ο ψαριανός διέρχεται αύτοθεν με μίαν γολέταν δια τα Ψαρά. Προς τούτον δείξον μιαν φιλίαν επίπλαστον και υποκριτικήν(22)
Στις 16 Ιούνη λοιπόν σαλπάρουν από τις Σπέτσες δεκαπέντε καράβια και δύο μπουρλότα και την άλλη μέρα δώδεκα υδραίικα με άλλα δύο μπουρλότα. Που θα πήγαιναν όμως 15 μέρες μετά την καταστροφή της Κάσου; Στην Κάσο; Δεν είναι λογικό θα πεις…και όμως εκεί πήγαν… Να πως το σχολιάζει ο Κόκκινος στην ιστορία του(τ.ζ’,σ.310):
“…η κατά θάλασσα εκστρατεία…γενόμενη δια την Κάσον και δεκαπέντε ολοκλήρους ημέρας μετά την καταστροφήν της υπήρξε μάταια, και προκύπτουν εξ’αυτής πολλά παράδοξα εις βάρος της τότε κυβέρνητικής ηγεσίας” και σε άλλο σημείο(σελ.310) γράφει:
«Το παραδοξότερον ήτο ότι πριν αποπλεύσουν τα πλοία δια την Κάσον ήτο γνωστόν εις την Ύδραν ότι είχεν επισημανθή ο κίνδυνος που διέτρεχον τότε τα Ψαρά

Ο Νικόδημος (23) αναφέρει οτι Ψαριανοί παρουσιάζονται στο Εκτελεστικό και λένε «...αφού κατεστράφη η Κάσος η αποστολή των πλοίων εκεί είναι ανωφελής κι έπρεπε να επλέυσει κατά του Τουρκικού στόλου δια να ματαιώσει τους σκοπούς του.[...] Επέμενον εις την έκδοσιν της διαταγής, αλλά θεωρούντες αμετάτρεπτον την απόφασιν του προέδρου ανεχώρησαν άπρακτοι»
Τελικά οι Ψαριανοί δεν μπόρεσαν να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους και η μετέπειτα σφαγή είναι γνωστή.

Οι Υδράιοσπετσιώτες δικαιολογήθηκαν λέγοντας ότι έκαναν σφάλμα....

Ο George Finlay(24) γράφει:
«Είχαμε συχνά περιπτώσεις που ο στόλος έφτανε πολύ αργά για να προλάβει καταστροφές. Εάν η Κυβέρνηση είχε έλλειψη χρημάτων ή αφθονία, εάν η σκηνή της καταστροφής ήταν κοντά ή μακριά η ίδια απάθεια και εγωισμός χαρακτήριζε πάντα τους Αρβανίτες νησιώτες. Στη Χίο, στην Κάσο, στα Ψαρά, στη Σφακτηρία και στο Μεσολόγγι η αμέλεια της Κυβέρνησης και το ιδιοτελές πνεύμα των Υδραίων ήταν εξίσου καταφανή



Λίγο πριν τη Σφαγή της Χίου ο Σαμιώτης Λογοθέτης που βρισκόταν στη Χίο μαζί με άλλους Σαμιώτες για να ξεσηκώσει του κατοίκους της βλέποντας τον κίνδυνο σύστησε μια εφορία εφτά προσώπων που παρακάλεσε την κυβέρνηση και τα τρία ναυτικά νησιά να τρέξουν να τους βοηθήσουν. Ενώ τα Ψαρά αποκρίθηκαν αμέσως στην πρόσκληση « βάζοντας πανιά» σε έξι μπρίκια και δεκαέξι μίστικα να περιπολούν το μπογάζι της Χίου εμποδίζοντας τα ασκέρια που μαζεύονταν στο Τσεσμέ να περάσουν απέναντι. Οι…ηρωικές Σπέτσες και Ύδρα μήνυσαν στην κυβέρνηση πως τα καράβια τους δεν ξεκίναγαν εάν δεν τους έδιναν πριν τα έξοδα. «Αν δεν προβλεφθή αυτού ποσότης μετρητών» έγραφε ο Λάζαρος Κουντουριώτης στις 29 Μαρτίου στην κυβέρνηση(25) ότι «είναι αδύνατον να γένη απ’εδώ τίποτε». Η κυβέρνηση(και αυτή Κουντουριώτικη) αποφάσισε να στείλει δύο μορτάρια(ολμοφόρα) με 250 βόμβες και μερικούς ξένους αξιωματικούς « να διευθύνωσι επωφελώς τα της πυροβολικής». Όμως όπως γράφει ο Raybaud(26) «Δυστυχώς όμως χρειάστηκαν δεκατρείς μέρες για να γίνουν οι ετοιμασίες ενώ θα’φταναν τρεις ως τέσσερις το πολύ» και έτσι όταν έφτασαν η Χίος είχε χαθεί. Το αποτέλεσμα της αναλγησίας αυτής σε συνδυασμό με την Τουρκική μανία οδήγησαν όπως όλοι ξέρουμε στις σφαγές που στοίχησαν την ζωη σε 30.000 Χιώτες και την ‘’πώληση’’ 40.000.

Το Μάη του 22’ ο ελληνικός στόλος βρισκόταν κοντά στις ακτές του Καραμπουρνού έχοντας κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες των πυρπολικών επικράτησε απογοήτευση. Όταν λοιπόν η αρμάδα του Καραλή ήταν ετοιμή και πανίσχυρη για να διαπλέυσει το Αιγαίο και να τροφοδοτήσει τα τούρκικα ασκέρια του Μοριά οι Σπετσιώτες,που προς τιμήν τους πρώτοι αυτοί σηκώσανε τη σημαία της επανάστασης, εγκατέλειψαν το πόστο τους και επέστρεψαν στο λιμάνι τους… Να τι λένε οι Υδραίοι καπεταναίοι στους «φιλογενέστατους άρχοντες της νήσου Ύδρας» γι’αυτό :
«Με τους Σπετσιώτες δεν εισακουώμεθα παντάπασιν και δεν είναι μόνον αυτό, αλλά μας χαλούν και ημάς αυτοί,συμπεραίνομεν ότι δεν θέλει τους έχομεν συμμάχους την αιτίαν απορούμεν,τι φρονούν αυτοί οι άνθρωποι,δεν ηξεύρωμεν, και εις 5-6 ημέρας θέλει μας απαρατήσουν,ως φαίνεται,επειδή λέγουν ότι ήτον επάνω εις το μήνα να αλλαχθούν,και τα εκουιπάγια(πληρώματα) τους δεν θέλουν να επιμείνουσι. Στοχασθήτε πλέον εις τι ακαταστασίαν είμεθα.
Ανδρέας Βώκου(Μιαούλης)
Γιάννης Βούλγαρης
Λάζαρος Λαλέχος
»
Σίγουρα όμως οι Σπετσιώτες φεύγοντας έχασαν ένα φαντασμαγορικό θέαμα που προσέφερε ο Κανάρης και οι υπόλοιποι συντροφοναύτες του πυρπολώντας την τουρκική καπιτάνα με τον καπουτάν πασά Καραλή μέσα. Τον ίδιο σκοπό με τους Σπετσιώτες είχαν και οι Υδραίοι αλλά τους…πρόλαβε ο Κωνσταντής…που τόσο ανιδιοτελής στάθηκε στην διιάρκεια της επανάστασης.
Να τι γράφανε οι ναύαρχοι της Ύδρας προς το νησί τους στις 30 του Μάη :
«Σας είπομεν να χαζιρευθούν τα καράβια αυτού, επειδή και απεράσοντας ο μήνας δεν επιμένουσι πλέον, ότι ετούτα είναι απαλάμιστα και θέλει έλθουμε αυτού να αλλαχθούν,αγκάλα ούτε οι ναύται δεν επιμένουσι
Όταν διαβάσει κανείς τι συνέβη εκείνη τη μέρα θα δει ότι μαζι με το μπουρλότο του Κανάρη ξεκίνησε και ο Υδραίος Πιπίνος με το δικό του και παρά τις ηρωικές προσπάθειες του δεν κατάφερε να κάνει ζημιά σε διπλανό καράβι από την ναυαρχίδα αφού οι Τούρκοι κατάφεραν δυστυχώς εγκαίρως να το απομακρύνουν. Ο λόγος που το αναφέρω αυτό είναι ότι αυτό στάθηκε για άλλη μια υδραιοκυβερνητική αδικία εις βάρος των Ψαριανών.
Οι ναύαρχοι σε συνεννόηση με την κυβέρνηση είχαν υποσχεθεί σε όποιο μπουρλότο πετύχει το σκοπό του ότι θα αμοιφθεί με 30.000 γρόσια. Σκεφτόμενοι ποιος πέτυχε το σκοπό του υποθέτουμε ότι η αμοιβή αυτή, που ήταν αναγκαία για την επιβίωση των οικογενειών των ναυτών, δόθηκε στους μπουρλοτιέρηδες του Κανάρη και όμως…Με έγκριση του Εκτελεστικού δόθηκε στους Υδραίους αυτή η αμοιβή (Φωτιάδης,Κανάρης,σ.257) ενώ οι Ψαριανοί πήραν μόνο αυτό ως απάντηση από το Μινιστέριο των Ναυτικών με το υπ’αριθμό 29 και ημερομηνία 28 Ιούνη 1822 έγγραφο απευθυνόμενο προς την φιλογενεστάτην βουλήν των Ψαρών:
«Ας μην παραπονεθή τώρα ουδείς,διότι το κοινόν ταμείον έχει έλλειψιν χρημάτων άμα όπου λάβει θέλει τους τα μετρήσει κατά την δοθείσαν υπόσχεσιν των ναυάρχων, και ας μείνωσιν αμέριμνοι»
Και έμειναν αμέριμνοι
Ένα άλλο περιστατικό(Φωτιάδης,Κανάρης,σ.317) είναι αυτό που έγινε στις 10 του Αυγούστου όταν οι Ψαριανοί μαθαίνοντας τις προσπάθειες του Τούρκικου στόλου να προσκυνήσουν τα μικρά νησιά του Αιγαίου σπεύδουν στην Ύδρα για να συναντηθούν με τον εκεί στόλο και να κανονίσουν τις μετέπειτα ενέργειές τους. Οι Ψαριανοί καπεταναίοι μιλώντας με τους πρόκριτους τους το μόνο που δέχτηκαν ήταν ειρωνεία για την ψαριανή καταδρομή στο μικρασιατικό Τσανταρλί (όπου οι Ψαριανοί λαφυραγώγησαν την τούρκικη μικρή κωμόπολη). Οι Ψαριανοί αντιπρόσωποι τσαντισμένοι όδευσαν προς το λιμάνι όπου τους περίμεναν Υδραίοι με μαχαίρια και τους πέταξαν στη θάλασσα. Τελικά οι Ψαριανοί κατάφεραν να φτάσουν τα καράβια τους. Μα γιατί έγινε αυτό; Ας αφήσουμε τον Φωτιάδη να πει την εκτίμηση του:
Μα γιατί φέρθηκαν με τέτοιον τρόπο οι Υδραίοι στους Ψαριανούς; Για την «κακιά αρχή» που κάνανε βγάζοντας τα καράβια τους τον πόλεμο προτού το γκουβέρνο τους μετρήσει τα γρόσια που γύρευαν.”
Να τι λέει και αυτό ακόμα το Εκτελεστικό με έγγραφο του στο Μινιστέριον των Εσωτερικών
Με ημερομηνία 17 Αυγούστου 1823:
Η Διοίκησις έστειλεν αμέσως εις τας νήσους έγγραφον, προτρεπομένη την ταχίστην έκπλευσιν του στόλου, αλλά οι νησιώται απεκρίθησαν, κατά το σύνηθες, ότι άμα λάβουν τα χρήματα λύουν πανιά τα πλοία των, μόνον οι Ψαριανοί εδείχθησαν και αυθίς γενναίοι πατριώται, και έφθασαν με την αναλογία των πλοίων των εις τον Πόρον»


Κι άλλοι Υδραίοι συνεισέφεραν στην ενότητα των Ελλήνων…
Ένας είναι ο Ι. Ορλάνδος. Σταλμένος από τον Κουντουριώτη να κανονίσει τα των δανείων στο Λονδίνο έστελνε κάτι …ωραία γράμματα που μας έχουν μείνει μέσω του Αρχείου Γιώργη και Λάζαρου Κουντουριώτη.
- «Όλοι εχάρησαν εδώ στην Αγγλία ακούσαντες τον θάνατον του υιού Κολοκοτρώνη, και είπαν, η Έλλας έχει τώρα Διοίκησιν,το ίδιο εφώναξαν και οι εφημερίδες, οι αποστάται πρέπει να θανατώνονται”» (27)
- «Όθεν αν κατά την ευχήν ημών και των φίλων της Ελλάδος(των Άγγλων εννοεί…) η σεβαστή Διοίκησις έκρινεν αυτούς τους φατριαστάς (Κολοκοτρώνηδες) δι’ενός πολεμικού κριτηρίου εις διάστημα 24 ωρών και τους κατεδίκασεν εις θάνατον, και χωρίς να τους πιάση, ο Πρόεδρος θέλει αθανατίσει το ονομά του» (28)
Άξιο αντιπρόσωπο στείλαμε στην Αγγλία…

Παρατηρώντας κάποιος τις αναλογίες αρβανιτόφωνων και ελληνόφωνων Ελλήνων κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, αλλά και αργότερα, θα διαπιστώσει μία δυσανάλογη συμμετοχή Αρβανιτών στη Διοίκηση αλλά και στα αξιώματα. Να τι θέλω να πω:

Στις 18 Μαρτίου 1825 αφού ο Κουντουριώτης καθάρισε... την Ελλάδα από τον Θοδωράκη διόρισε Αρχιστράτηγο τον καπετάνιο Σκούρτη που ούτε είχε δει μάχη από κοντά.
Αλλά που βάζεις έναν Υδραίο ναυτικό μέσα στους στεριανούς; Έλεγε στους Στεριανούς τα δικά του τα υδραιοναυτικά «όρτζα πότζα» και αυτοί έλεγαν «Τι λέγει αυτός γαμώ το καυλί του» (Μακρυγ.τΑ,σ.234)....Το αποτέλεσμα ήταν ότι στη μάχη του Κρεμμυδιού οι δύο πλευρές ήταν παρομοίου μεγέθους απο αχρηστία του Σκούρτη έσπασε η γραμμή και χάθηκε η μάχη...πού εύκολα θα μπορούσε να κερδιθεί κάτω απο έναν ικανό στρατήγο.
Οι Ρουμελιώτες φεύγουν και επιστρέφοντας απέναντι βρίσκουν τον Κουντουριώτη στα Νεζερά...ανάμεσα τους ο Καραισκάκης δεν κρατάει τη γλώσσα του και του λέει:
«Ωρέ Κουντουριώτη,άκουγα και νόμιζα πως θα είναι όλο μυαλό το κεφάλι σου. Εσύ όμως έχεις τόσο μυαλό, όσο έχω εγώ σπόρο στ’αρχίδια μου» (28α)
Άλλο ένα περιστατικό που μας περιγράφει ο Δ. Φωτιάδης στο εξαίσιο έργο του:
Στέλνει ο Γιώργης Κουντουριώτης στον αδερφό του Λάζαρο: «Οι Υψηλαντο-Κολοκοτρωνισταί έσβησαν διόλου βλέποντες την ένωσιν του έθνους(!),αι αρχιστρατηγίαι έλειψαν εις το παντελές και μένει όλη η ισχύς εις την Διοίκησην»
Επιτέλους για τους Κουντουριωταίους οι αντάρτες άφησαν ήσυχη την Διοίκηση να κάνει …την δουλεία της.
Το νέο Εκτελεστικό βγάζει με ψήφισμα ότι το Ναύπλιο θα είναι η έδρα του. Μα το Ναύπλιο το κράταγε ο Πάνος ο Κολοκοτρώνης. Στις 6 του Μάρτη το υδραίικο καράβι «Κίμων» με κυβερνήτη τον Μιαούλη(!) μεταφέρει αυτή εδώ τη διαταγή της Διοίκησης στον Πάνο από τους Μύλους του Αργολικού.:
«Η Διοίκησις δια την ευκολωτέραν διάδοσιν των διαταγών της,αίτινες αποβλέπουσιν εις την ευταξίαν και ασφάλειαν της Πατρίδος,μεταβαίνει εις Ναύπλιον.
Όθεν διατάττει:
α)Να ετοιμάσουν ο Φρούραρχος και ο Έπαρχος Ναυπλίου ικανάς οικίας δια κατάλυμα της Διοικήσεως,των υπουργών και της φρουράς της εξακοσιών στρατιωτών.
β)Εντός μίας ώρας να πληροφορησώσι τον της Διοικήσεως αποστελλόμενον άνθρωπον.
γ)Αν παρέλθη η διορία αύτη, η Διοίκησις θέλει λάβει περί αυτών μέτρα διάφορα.
δ)Τα υπουργεία των Εσωτερικών και Πολεμικών να ενεργήσωσι την διαταγήν ταύτην.

Εκ Κρανιδίου τη 6η Μαρτίου 1824
Ο Πρόεδρος
Γ.Κουντουριώτης
» (28β)

Στο τελεσίγραφο αυτό ο Πάνος απαντά αρνητικά και ο Κουντουριώτης με προκήρυξη κηρύττει τον Πάνο «αποστάτη και εχθρό του Ελληνικού Έθνους» .Και τότε αρχίζει η πολιορκία με δύο χιλιάδες Κρανιδιώτες και Υδραίους με αρχηγό τον καπετάνιο Σκούρτη...


Να και δύο κρίσεις, του Leake και του Μακρυγιάννη, για τους Υδραίους πριν φτάσουμε στην εξαιρετικής σημασίας κρίση του Φωτάκου:
«Οι υψηλότερες τάξεις των Μοραιτών ισχυρίζονται να έχουν τους Υδραίους σε περιφρόνηση, ως αμαθείς, ανίδεους, αρβανίτικης ράτσας, καλούς ναύτες και έμπορους, αλλά που ξοδεύουν όλα τους τα λεφτά να χτίζουν και να πίνουν στην Ύδρα, όπου συνεχώς φιλονικούν μεταξύ τους.»
«Travels in the Morea: With a Map and Plans, William Martin Leake,σελ.346
»

«῾Ο Κουντουργιώτης πῆγε εἰς τὴ Νύδρα κι᾿ ἄφησε εἰς τὸ ποδάρι του τὸν ᾿Αναγνώστη
Οἰκονόμου Νυδραῖο . Τοῦ εἰπα νὰ μοῦ δώσῃ αὐτοὺς τοὺς μιστοὺς νὰ
πλερώσω τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ λάβω κι᾿ ὅ,τι ἔδωσα. Λέγει τοῦ Παπαφλέσια,
μοῦ δίνει τοὺς παράδες, ὅ,τι μὄκανε· ὅμως νὰ τοῦ χαρίσω τὴς πιστιόλες
μου, ὅτι τὴς λιμπίστη .
Τοῦ παράγγειλα κ᾿ ἐγὼ νὰ τοῦ γαμήσω τὸ
κέρατο, ὄχι θὰ τοῦ δώσω τ᾿ ἄρματά μου(!!)
, ὁποῦ τἄχω ἀπὸ δεκαοχτὼ χρονῶν
παιδί. Τὸν μούτζωσα καὶ δὲν τοῦ ξαναμίλησα. Πῆγε κι᾿ ὁ Κωσταντὴς Λευκάδιος
καὶ τοῦ ζήτησε τοὺς μιστούς, καὶ τοῦ πήρε τὴς πιστιόλες του. Κ᾿ εἶχε
ξύλινες ᾿σ τὸ ζουνάρι του· τὸν ρώτησα καὶ μοῦ τό εἰπε. ῾
Ορίστε κι᾿ ᾿Αρβανίτικη
ἀρετή. ῾Ως τώρα εἴχαμε Βλάχικη, Κεφαλλωνίτικη, Φαναργιώτικη· ὁρίστε
κι᾿ ᾿Αρβανίτικη. Νά δικαιοσύνη, νά κυβερνῆται τῶν νέων ῾Ελλήνων!
»
«Απομνημονεύματα ,Μακρυγιάννης Ιωάννης,σελ.143»

Η πιο σημαντική μαρτυρία γύρω από τους Αρβανίτες και την συμμετοχή τους στον Αγώνα είναι αυτή του Χρυσανθόπουλου Φώτιου-Φωτάκου που στάθηκε πάντα στο πλευρό του Γέρου και έγραψε εξαιρετικά απομνημονεύματα που θεωρούνται “προέκταση” αυτών του Κολοκοτρώνη αφού ήταν πάντα δίπλα του και σαν φίλος και σαν υπασπιστής του. Εκπροσωπεί τον Μωραΐτικο λαό και τις απόψεις του γενικώς.
Τι γράφει; (29)


{...Τοιαύτα έλεγαν εις τους ξένους, οίτινες ευκόλως επείθοντο, και ένας, ένας ήρχετο και επροσκολλάτο εις τον ένα και εις τον άλλον εξ αυτών, ο μεν δηλ. εις τον Μαυροκορδάτον, ο δε εις τον Νέγρην, και ο άλλος εις άλλον, εις τον Δημήτριον Υψηλάντην όμως δεν επλησίαζαν, διότι αυτός ήτο ενωμένος με το στοιχείον τού τόπου, και διά τούτο δεν τον εμπιστεύοντο ούτε ο Νέγρης, ούτε ο Καρατσάς, ούτε ο Μαυροκορδάτος. Κατά δυστυχία όμως με τούς τελευταίους τούτους εσυμφώνησαν όλη η φυλή των Αλβανών- Ελλήνων-Σουλιωτών(σημ.-Αρβανιτών δηλαδή-), και πρώτη όλων τούτων η νήσος Ύδρα έδωκεν εις αυτούς την ηθικήν και υλικήν δύναμιν. Όσον και αν θέλη τις να εξυμνήση τον ηρωϊσμόν και τον πατριωτισμόν της φυλής αυτής, θα την εύρη πάντοτε να αγαπά μάλλον τα υλικα συμφέροντα, παρά την αθάνατον δόξαν. Εντεύθεν και από αυτούς όλους έλαβαν την αρχήν των και εγένοντο εις τον τόπον όλα τα γνωστά δυστυχήματα τών εμφυλίων πολέμων,και των άλλων ταραχών. Οι γνήσιοι Έλληνες θέλοντες να φανούν ανώτεροι και ανεκτικώτεροι δια τον γενικον σκοπόν, και να μη κατηγορηθουν ως αποκλειστικοί, ηθέλησαν να δεχθούν, και εδέχθησαν και απο όλα τα τμήματα πληρεξουσίους επί ψιλώ ονόματι και χωρίς να έχουν και πραγματικόν πληθυσμόν . Ούτοι ούτε φόρους επλήρωναν, ούτε αγγαρείαν καμμίαν έκαμναν, ούτε στρατιώτας έδιδαν, ούτε βάρη υπέφεραν, ούτε την παραμικραν δούλευσιν έκαμναν χωρίς να πληρωθούν. Όλα τα βάρη και τας βασανους του αγώνος οι εντόπιοι τας υπέφεραν μόνοι. Ούτοι ενεργούσαν γενναίως απαθώς και αδόλως, εκείνοι δολίως, υπούλως και πονηρώς εβουλεύοντο, ώστε κατώρθωσαν και απέκτησαν δικαιώματα, εδυνάμωσαν, έλαβαν την πλειοψηφίαν εις την διοίκησιν, και έσπρωξαν τούς έντοπίους έξω τών πολιτικών πραγμάτων. Το πνεύμα αυτό εξακολούθει τότε, το αυτό πνεύμα και η αυτή ενέργεια εξακολουθεί όλον ένα και έως της σήμερον(30). Ένεκα δε τούτου γεννάται η δυσπιστία μεταξύ τών Έλληνικών τμημάτων, και προέρχονται όλα τα κακά εις το Έθνος.
Ενταύθα η πολιτική ραδιουργία ευρίσκει άφθονον τροφήν, η δε εθνική πρόοδος οπισθοδρομεί. Τέλος πάντων άρχισαν να συνέρχωνται οί πληρεξούσιοι και
των δύο μερών, καί οι μεν ώρισαν ως τόπον συναθροίσεως το Κρανίδι και το Καστρί τής Έρμιόνης, το δε άλλο μέρος του Ύψηλάντη και Κολοκοτρώνη το Ναύπλιον....}

Περιεκτικά ο Φωτάκος μας δίνει την κατάσταση που επικρατούσε και δίνει οριστική απάντηση σε όσους, λίγους βέβαια, μιλούν για αρβανίτικη καταγωγή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη._

Αυτοί λοιπόν ήταν οι Υδραιοσπετσαίοι ,δείτε την συνεισφορά τους, κρίνετέ την και κάντε μία σύγκριση όσο αδόκιμη και αν είναι με την συνεισφορά των Ψαριανών, των μπουρλοτιέρηδων τους που αυτοί κυρίως έκριναν τον Αγώνα στη θάλασσα, και πρωτίστως του Κωνσταντή του Κανάρη που στάθηκε από τους λίγο τόσο ανιδιοτελείς αγωνιστές εκείνη την εποχή.

συνεχίζεται...


(1) «March 17—I am informed that Poros contains 1300 houses, and 10,000 inhabitants; but this is probably an exaggeration. It will always be a place of some importance, on account of its excellent harbour. The inhabitants are almost all employed in maritime pursuits.
Albanian is the language of domestic life, but Modern Greek is universally understood.». Researches in Greece and the Levant, John Hartley,σελ 53.
«Lygurio must be placed somewhere near Lessa, the fort which served as the frontier of Argolis and Epidauria: this place has been described as opposite to Mount Arachne. We thought that its remains could be traced among some ruins which are passed on the
left, just before arriving at Lygurio. This last village contains about a hundred houses, and is inhabited by Albanian and Greek peasants: the Cogia-bashee, or head man of the village, gave us a good lodging, and treated us with hospitality; his name was Conctantine Caloudi.»
Recollections of a Classical Tour Through Various Parts of Greece, Turkey ...Peter Edmund Laurent,σελ 131
«On our departure from the fountain the road ran through vineyards and olive groves, and proceeding through some fields of cotton, tobacco, and Indian corn, brought us to Keratea; a large village, two hours from Port Raphte, and eight from Athens. It is situated near the eastern foot of Hymettos. The inhabitants are Greeks, Albanians, and Turks ; and the surrounding country is fertile, and well cultivated.» Classical and Topographical Tour Through Greece, During the…Dodwell,σελ 533
(2) Κ. Μπίρη “Αρβανίτες, οι Δωριείς του νεότερου Ελληνισμού, η ιστορία των Ελλήνων Αρβανιτών”σελ.333
(3)Johann Georg Von Hahn, Albanesische Studien, Jena 1854,σελVI,14.31.32
(4)A history of Greece, G.Finlay, Β’ εκδ., τομ VI σελ 28
(5)«Ολόκληρα χωριά μέχρι σήμερον ανήκουσιν εις τους Αρβανίτες κατοίκους: Αμόλοχος,Απροβάτον,Βουρκωτή,Γαύρειον,ΕπάνωΓαύρειον, Καλυβάρι, Κατακαλαίοι, Κατάκοιλοι,Κουμάρι,Παλαιστού,Φελλός κ.α. οι δε εν αυτοίς πρότερον οικούντες Έλληνες(Ρωμαίοι) εξηλαβανίσθησαν μένει όμως το όνομα των παλαιών κατοίκων : Ελληνικάδες και Ρωμαίικα,σωζόμενων μόνον των Βυζαντινών ονομάτων, επικρατούντων όμως των Αρβανιτών ανδρών και γυναικών και τοπονυμίων εις ίζα ή έζα ληγόντων
Α.Μηλιαράκη,Άνδρος,Κέως σ.40,41,81,133./ «Ιστορία του εποικισμού της Ύδρας - Τρύφωνος Ε. Ευαγγελίδου»,σελ.22

(6) Κ. Μπίρη “Αρβανίτες, οι Δωριείς του νεότερου Ελληνισμού, η ιστορία των Ελλήνων Αρβανιτών”σελ.336

(7) Μπίρη…σελ 337

(7α) Ερα Βρανούση,DEUX DOCUMENTS BYZANTINS INÉDITS SUR LA PRÉSENCE DES
ALBANAIS DANS LE PÉLOPONNÈSE AU XVe SIÈCLE,ΟΙ ΑΛΒΑΝΟΙ ΣΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ, ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ,σελ.273.

(8) Ανωνύμου, Πανηγυρικός εις Μανουήλ και Ιωάννην Η’ Παλαιολόγους, στο Σπ.Λάμπρου, «Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά»,τομ.Γ’, Αθήνα 1926,σελ 194.

(9) «The eleven districts* of Etolia and Acarnania, contained perhaps 70,000 Christians, speaking uniformly the Romaic tongue, and produced a race of men handsome and active, full of fire and spirit, exercised from childhood in running and shooting at a mark, and confident in their strength and skill; while the Ottoman garrisons and burghers of the towns were not, before the revolution, reckoned at above 5000-. With regard to territorial possessions, the whole laud in Agrafa and Kravari, and nearly the whole of Acarnania, belonged to Greek proprietors; and every where else, except around Messolonghi and Vrakhori, the proportion of estates appertaining to Mussulmans was extremely small. Agrafa, a lofty, but a pleasant and fruitful country, was the most flourishing canton, since it counted a population of 30,000 souls ; it had, moreover, been at all times the very citadel of the Klefts.
Not with standing this, it did not make a conspicuous figure in the actual struggle, owing to the jealousy of three parties, which balanced each other, and prevented an union against the Turks : however, at the commencement of this year, the Agrafiotes acted with some
degree of vigor, and they and the Aspropotamites, under the Captains Stournaris and Karaiskaki, pushing their incursions into Thessaly, as far as the gates of Trikkala, obliged the governor of that province to conclude an armistice with them.
*In Etolia, Veuetiko, Apokouro, Karpenisi, Agrafa, Kravari,
Vlokhos, and Zygo8 ; in Acarnania, Xeromeros, Valtos, Aspropota-
mos, (or Parachelois,) and Vonizza ; the Greeks now pretend that the
Christian population amounted to 86,000, which seems incredible.
History of the Greek Revolution: And of the Wars and Campaigns, Gordon. σελ.29

(10)When the sultans became the lords and protectors of Agrapha, it had long been engaged
in hostilities with the Frank dukes of Athens and with the despots of Epirus. Its relations with the Ottoman government were friendly, and its armatoli guarded the passes of Mount Pindus between Thessaly and Epirus, as they had done for ages under the Byzantine emperors. The population of Agrapha is of the Greek race, without the admixture of Bulgarian, Albanian, and Vallachian blood which pervades the neighboring districts. It appears, indeed, to have successfully resisted the great Sclavonian colonization
of Greece during the transformation of the Roman into the Byzantine empire, which implanted new geographical names on the rest of Greece.
History of the Greek Revolution V1, George Finlay,V1,27

(10α)Και ο Λάμπρος Κουτσονίκας,ο γνωστός Σουλιώτης αγωνιστής, γνώστης των ηπειρωτικών πραγμάτων,αναφέρει στη Γενική Ιστορία του οτι ολόκληρη η επαρχία Άρτας κατοικείται απο Έλληνες( λαλούντες την Ελληνικήν),Γενική ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως ,Λάμπρου Κουτσονίκα Ταγματάρχου, τ.1,σελ,101. Εξαίρεση αποτελούν οι 200 οικογένειες Οθωμανών και Εβραίων που κατοικούν στην περιοχή. Η επαρχία Άρτας περιελάμβανε περίπου 30 με 40.000 κατοίκους, σύμφωνα με τον Κουτσονίκα.

(10 β) Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον : Ύδρα -Σπέτσαι / Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου , Η χερσόνησος του Αίμου και οι κάτοικοι αυτής (Επίμετρον). Σελ.30
10
(11)
ΟΙ ΤΟΥΜΠΑΖΑΙ Ἤ ΤΟΥΜΠΑΖΙΔΕΣ [353]
« Ἡ μὲν οἰκογένεια τῶν Τουμπάζιδων εἶναι μία ἐκ τῶν ἀρχαίων ἐν Ὕδρᾳ. Μετῴκησε δ' ἐκεῖ τῷ 1668 ἐκ τῆς κωμοπόλεως Βουρλᾶ τῆς Σμύρνης, κατὰ Κριεζῆν καὶ
ἐκαλεῖτο πρότερον οἰκογένεια Γιακουμάκιδων. Ὁ μὲν πατὴρ τῶν ἀδελφῶν Γιακουμάκη (Ἰακώβου καὶ Ἐμμανουὴλ Τουμπάζη) ἐκαλεῖτο Νικόλαος καὶ μέχρι τοῦ 1816,
ὑπεγράφετο Νικόλαος Γιακουμάκης· οἱ δὲ υἱοὶ ἔλαβον τὸ ὄνομα Τουμπάζιδες ἔκ τινος πατρικοῦ πλοίου, ἀνήκοντος εἰς τὸ εἶδος τῶν καλουμένων τότε Τουμπάζια·
ἡ δὲ μήτηρ αὐτῶν ἐκαλεῖτο Ἄννα, καὶ κατήγετο ἐκ μιᾶς τῶν ἀρχαίων οἰκογενειῶν τῆς, τῶν Σεῤῥῶν ἢ Μαραϊτῶν, μεταναστευσάσης εἰς Ὕδραν τὸ 1641 ἐκ κώμης τινος τῆς Τροιζῆνος.»
(Τομπάζηδες) 357
« Τὴν ἔλλειψιν τῆς ἐκπαιδεύσεώς των ἀμφότεροι οἱ ἀδελφοὶ προσεπάθουν ν'ἀντισταθμίσωσι, παιδαγωγοῦντες καλῶς τὰ τέκνα των, οὐδέποτε ὁμιλοῦντες αὐτοῖς τὴν
ἀλβανικὴν γλῶσσαν, καὶ ἀποστείλλαντες αὐτὰ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ διαρκούσης αὐτῆς εἰς Λιβόρνον, Ἀγγλίαν καὶ Ἐλβετίαν, ἵνα σπουδάσωσιν· ἔλαβον δὲ μέρος
μετ' ἄλλων συμπολιτῶν των εἰς τὸ νὰ προσκαλέσωσιν εἰς Ὕδραν διδασκάλους καὶ νὰ συστήσωσιν ἐν αὐτῇ σχολεῖον ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Δημ. Κούλλα.»
Βίοι Παράλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος Διαπρεψάντων Ανδρών, τ.Δ'
Γούδας Αναστάσιος
( 11 α)Περί της αρχαίας ονομασίας της νήσου Πέτσας.Διομήδης-Κυριάκος Αναστάσιος
Σελ.5
«Οι Μεξαί κατάγονται εκ Λεωνιδίου, συγγενεύοντες μετά του ζώντος Κώστα Χατζή Παναγιώτου.
Οι Ορλόφαι και Λάζαροι εκ Μάνης, διατηρούντες την επωνυμίαν Μανιάται.»
(11β) Ιστορία της νήσου Ύδρας προ της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821,σελ.14, Γ.Δ.Κριεζής
(12) «Ιστορία του εποικισμού της Ύδρας - Τρύφωνος Ε. Ευαγγελίδου», σελ. 36
(12α)An Historical Sketch of the Greek Revolution,Samuel Gridley Howe,σελ.220
(13) «The Albanian language is used to a considerable extent in common discourse, and they
say this is true of 15 or 20 villages on the plain." In the southern towns of Argolis, and on the neighboring islands of Spetses, Hydra and Poros, this language is still more extensively employed, but with too little purity to make the Albanian version of the New Testament
very intelligible to the people. The modern Greek language,however, is understood by nearly all the inhabitants whatever be their descent.»
Observations Upon the Peloponnesus and Greek Islands, Made in 1829 Rufus Anderson - Σελίδα 74
(14) «Albanian is the language of domestic life, but Modern Greek is universally understood.». Researches in Greece and the Levant, John Hartley,σελ 53.
(14α) Φωτιάδης Δ.,Επανάσταση 21’,τομ 2,σελ.46
(15) “Δια τον Θεόν Πελοποννήσιοι!...Έως πότε θα είσθε αμφιρρεπείς μεταξύ της νομίμου διοικήσεως σας και των ληστών, οι οποίοι, αν τους αφήσετε να καταπίνωσι τα εθνικά άπαντα,είναι έτοιμοι να πωλήσωσιν και το αίμα σας και το αίμα των παιδιών σας εις τον αίμα διψώντα Σουλτάνον.”
«Φίλος του Νόμου»(αριθ.21-1824),εφημερίδα της Ύδρας
(16) Αρχείον Ύδρας,τ.Γ,σ.206
(17) Αρχείο Ύδρας,τ.Γ,σ.206
(17α) History of the Greek Revolution V2,George Finlay,σελ.38
(18) Αρχείον Ύδρας,τ. ι’,σελ.200
(19)Αρχείον Ύδρας,τ. ι’,σ. 169
(20) Φωτιάδης, Επανάσταση 21,τΒ,σελ420
(21) Νικόδημος, Υπόμνημα Νήσου Ψαρών ,τ. α’, σελ. 429
(22) Φωτιάδης,Κανάρης,σελ.378
(23) Νικόδημος, Υπόμνημα της νήσου Ψαρών.τΑ,σ429
(24) History of Greek Revolution.σελ71-72
(25) (Φωτιάδης,Κανάρης,σ.173)
(26) Raybaud, Memoirs sur la Grece,τ.β’,σ.210)
(27) Αρχείο Λάζαρου και Γιώργη Κουντουριώτη, τ. δ’, σ. 146
(28) id. τ.δ’,σελ.149
(28α)Φωτιάδης,Καραισκάκης,έκδ Α,σελ 229
(28β) Φωτιάδης,Επαν.21,τΒ,σελ397-8
(29) Χρυσανθόπουλος Φώτιος-Φωτάκος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως τ.Α', 470
(30) «The Bavarian troops received higher pay than the Greek.Bavarian captains, and we believe lieutenants, were advanced to the rank of colonels, while Greek officers and Philhellenes,were reduced from colonels to captains. The Bavarian officers received also larger allowances than the Greek. This was the first cause of the complaints of the Greeks and Philhellenes, against what was called the Bavarian system in the army. A complete
re-action, as in most cases of flagrant injustice, has now taken, place; the irregular Albanians enjoy now as much favour, as the Bavarians did three years ago. Is either system just, reasonable, or rational, or likely to be permanent ?»
The Helenic kingdom and the Greek nation,George Finlay,σελ 7






update:23/05/09




Κάθε φορά που θα θέλετε να κάνετε copy σε μεγάλα κομμάτια των γραφομένων πρέπει να παραθέτετε και την διεύθυνση του blog http://kleftouria.blogspot.com/