Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

Προς την Επανάσταση, ταυτότητα των Ελλήνων.(γ)

Όπως έχουμε ξαναπεί η συνείδηση των Ελλήνων της Επανάστασης του 21’ κάθε άλλο παρά αποτέλεσμα συγκυριών εκείνων των χρόνων ήταν. Η συνείδηση βαθιά ριζωμένη σε όλο το Γένος καθ’όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, έχοντας ως βασικά χαρακτηριστικά την πίστη προς την παράδοση του Βυζαντίου(εκφραζόμενη με τους θρύλους για την Πόλη, τον τελευταίο Αυτοκράτορα κ.α.), την πεποίθηση ότι δικαιούμαστε ένα καλύτερο μέλλον σαν παιδιά των δοξασμένων αρχαίων, και τέλος την αφοσίωση στην ορθόδοξη πίστη(που δεν σημαίνει υποχρεωτικά εμπιστοσύνη και πίστη στους λειτουργούς της θρησκείας…), απλώς εκδηλώθηκε επιτέλους πετυχημένα το 1821, εκπληρώνοντας τις προσδοκίες τόσων γενιών.

Η ζώσα παράδοση της αυτοκρατορικής κληρονομιάς των Ελλήνων, με κέντρο την Πόλη, δεν έπαψε ποτέ να εκδηλώνεται και στα γραπτά μνημεία που έχουν διασωθεί, δίνοντας μας την εικόνα της αυτοσυνειδησίας και της επίγνωσης των λόγων που οδήγησαν τους Έλληνες σε εκείνη την θλιβερή κατάσταση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ναυπλιώτης Θεοδόσιος Ζυγομαλάς(1544 - 1607) που θεωρούσε αρχή των κακών την άλωση της Πόλη από τους Φράγκους :

ακούω, και ως εν ευεργετικοίς αρχοντικοίς γράμμασι του Γένους ημών ορώ, προ τριακοσίων ήδη ενιαυτών(το εκείθεν δε αφίημι λέγει δια το μακρήγορον) ότε Γουϊδών τις ντε Βίν(Guy de la Roche) λεγόμενος Γαλός και το μετά τούτον Ιάκωβος ντε λα Ροκάς(Jacques de la Roche), ήσαν ποτε κύριοι Αθηνών, και ενωτίζοντο, ότι η νέων Ρωμαίων είτε Γραικών βασιλεία ασθενείν άρχεται, …» (1)

Η απελπισία είναι έντονη, καθ’όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, και είναι εμφανές σε κάθε γραπτό μνημείο της εποχής , όπως στην έμμετρη ιστορία του μητροπολίτη Μύρων Ματθαίου (1594-1624), από τη Πωγωνιανή της Ηπείρου:

«Αλλοίμον, αλλοίμονον ‘ς το γένος των Ρωμαίων

πως έγεινεν ανόσιον και καταφρονεμένον!

ώ πως εκαταστάθηκε το γένος των Ελλήνων,

και επεριπλέχθήκετε μέσον πολλών κινδύνων,

από τεσάς η φρόνησις και η σοφία όλη

εβγήκε και εξάπλωσε ‘ς την οικουμένην όλη

Και άρματα και γράμματα και η θεολογία

από τεσάς εφάνηκε και η πολλή ανδρεία,

γραμματική, ποιητική, ρητορική, και τ’άλλα,

όσα λεπτά μαθήματα και πράγματα μεγάλα,

όλα εσείς τα βρίσκετε και εμοιράσετέ τα

είς όλα τα βασίλεια, ωσάν με την τρουμπέττα,

ο κόσμος σας επαίνεσεν όλος εις την σοφίαν,

τώρα πως εξεπέσετε ‘ς του Τούρκου την σκλαβίαν.

Αλλοίμον, αλλοίμονον, καλή μου βασιλεία,

και πως εστερηθήκαμεν καλήν σου ομιλία.

και συ, Κωνσταντινούπολις, πως εκαταφρονέθης

και από γένος μιαρόν εκατακυριεύθης,

εχάθηκεν η δόξα σου, εχάθη κ’ή τιμή σου,

και σε ορίζουν βάρβαροι τώρα με την πομπή σου,

και πάτησαν τα τείχη σου και πήραν την στολή σου,

και στέφος το βασιλικόν επήραν οι εχθροί σου,

ώ πως και να εξύπναγεν ο μέγας Κωνσταντίνος,

ο ποίος σε ανάκτισεν με όρεξιν εκείνος,

και να σε ήθελεν ιδείν πως είσαι σκλαβωμένη,

αθλία και ταλαίπωρος και καταφρονεμένη,

…» (2)

Η συνείδησή τους ήταν αυτή που έδινε στους Έλληνες δύναμη, ακόμα και στο πεδίο της μάχης, ακόμα κι αν αυτό ήταν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τις εστίες του.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αφήγηση ενός άλλου Ηπειρώτη, του Σταυριανού Βηστιάρη, από τη Μαλσιανή του Δέλβινου, που έζησε στα τέλη του 16ουαιώνα

Στο επικό του ποίημα, λοιπόν, «Ανδραγαθίες του ευσεβεστάτου και ανδρειωτάτου Μιχαήλ Βοεβόδα», προς τιμή του βοεβόδα Μιχαήλ (Mihai Viteazul -1558 -1601) της Βλαχίας, Μολδαβίας και Τρανσυλβανίας,ο οποίος από τη μεριά της μητέρας του ήταν γόνος της Φαναριώτικης οικογένειας των Καντακουζηνών, ο Βηστιάρης περιγράφει τη μάχη μεταξύ των Ελλήνων μισθοφόρων που υπηρετούσαν το πριγκηπάτο, εναντίον των γειτονικών Τατάρων, και πως οι Έλληνες αναθάρρησαν :

«Και ο Μιχάλης(τον βοεβόδα εννοεί) τ’άκουσεν, πολλά του κακοφάνη,

Και πρόσταξε να’τοιμασθούν να παν να βρούν τον Χάνη,

και τους Ρωμαίους έστειλαν τρακόσια παλληκάρια,

να’δούσι πόθεν έρχονται, να μάθουσιν καθάρια,

να’δουν αν ήναι περισσοί, αν ήν’μαζί κ’ο χάνης,

να του μηνύσουν γλήγορα, να πάγη και ο Μιχάλης.

Οι δε Τατάροι ήσανε ογδόντα χιλιάδες,

που σέβηκαν και κούρσευσαν παιδία και μαννάδαις,

και ήλθαν εις το Νάσλοβον, κ’ήσαν ταμπαρωμένοι

ο Χάνης και άλλοι περισσοί, όλοι διαλεγμένοι,

κ’εβγήκαν οι Ρωμαίοι αυτοί, τ’άξια παλληκάρια,

ομπρός διαβιγλάτορες να μάθωσιν καθάρια,

να ιδούν αν ήναι περισσοί, να κράξουν και τους άλλους,

να έλθουν εις βοήθειαν να μην τους πάρουν σκλάβους,

και βουλευθήκαν λέγοντες «ας πάμεν μοναχοί μας,

ή να κερδέσωμεν τιμήν, ή να χαθ’η ζωή μας,

Δεν βλέπετ’ότι βούλονται οι Βλάχοι να μας φάγουν

και δια τούτ’εδ’έστειλαν ημάς δια να πιάσουν,

εώς πότε να ήμεσθεν ‘κ τους Βλάχους ωργισμένοι,

και από μεγάλους και μικρούς νάμεσθ’ωνειδισμένοι;

Αλέξανδρος ο βασιλεύς όλην την οικουμένη

με τους Ρωμαίους ώρισεν, διατ’ήσαν ανδρειωμένοι,

και ημείς να γένωμεν δειλοί οπίσω να στραφούμεν;

αν Μακεδόνες ήμεσθεν σήμερον ας φανούμεν,

σήμερον ας τιμήσωμεν και γένος και πατρίδα,

ή σήμερ’ας παιθάνωμεν χωρίς άλλην ελπίδα,

διότι αν κράξωμεν ημείς Βλάχους να μας βοηθήσουν,

θέλουν ειπ’εφοβηθημεν, και θε μας ονειδίσουν,

αλλά ας πάμεν μοναχοί απάνω’ς τους Τατάρους,

κ’ελπίζω να τους πάρωμεν όλους ωσάν γαϊδάρους.». (3)

Τελικά η μάχη έληξε υπέρ των Ελλήνων:

« κ’οι Ρωμαίοι τους κυνηγούν ωσάν ανδρειωμένοι,

εκεί να ιδής Τατάριδαις ‘ς το χιόνι ξαπλωμένοι,

πολύ κακόν τους έκαμαν όσον να ξημερώσει,…» (στ.177-179):

Ποιο αξιοθαύμαστο μνημείο όμως στέκει τούτο, που τα’ακουσαν να τραγουδιέται στο σπίτι του μπέη της Μάνης στα τέλη του 18ου αιώνα οι…Κορσικανοί αδελφοί Stephanopoli, που συγκινημένοι επισκέφτηκαν τον τόπο των προγόνων τους οι οποίοι φεύγοντας από το Οίτυλο εγκαταστάθηκαν τελικά στο Καργέζε της Κορσικής όπου η ανάμνηση της ελληνικής/μανιάτικης καταγωγής είναι ζωντανοί ακόμα και σήμερα.

Στον πύργο λοιπόν του Τζανέτμπεη Γρηγοράκη, στο Μαραθονήσι(Γύθειο), μπροστά σε έναν Αθηναίο, έναν Μακεδόνα, τρεις Κρητικούς και έναν Ηπειρώτη, που είχαν πάει να επισκεφτούν τον «μανιάτμπεη», άρχισαν να τραγουδάνε το σε μορφή διαλόγου «Τραγούδι της Ρούμελης» :

“Ο ξένος της Ρούμελης:

-Όλος ο κόσμος χαίρεται

Όλοι βαρούν παιγνίδια

Η Ρούμελη και τα νησιά

Στέκουνε πικραμμένα.

Ρούμελη, για δε χαίρεσαι,

Για δεν βαρείς παιγνίδια;

Η Ρούμελη του ξένου:

-Εις την σκλαβιάν που με θωρείς,

Στα σίδηρα του Τούρκου,

Μπρε να μου’πης να χαιρεθώ

Πως σε βαστά η καρδιά σου;

Μην είσαι ξένος και έφθασες,

Και ακόμη δεν ηξεύρεις

Τι γίνεται στην Ρούμελη,

Και τι περνά εις την Πόλιν;

Μην είσαι φίλος των Γραικών,

Και απεθυμάς να μάθης

Το τι έχω και δεν χαίρομαι,

Διατί είμαι λυπημένη;

Όποιος και αν είσαι, άνοιξε

Την ιστορίαν, και ίδε

Τ’ήτον η Γραίκια μια φορά,

Και άκουσε τ’είναι τώρα.

Που το τύρρανος μου ερήμαξε

Το γένος των Ρωμαίων;

Που είναι η Αθήνα μου,

Που είναι κείνη η Αθήνα,

Που ο κόσμος εθαμάστηκε,

Και σέβεται ακόμη;

Εκεί επρωτοφάνηκε

Η ελευθερία εις τον κόσμον

Εκεί διαλάλησε ο Σόλων

Των Αθηναίων τους νόμους,

Εκεί έτρεχαν να φωτισθούν

Της Ευρώπης τα έθνη,

Και, από τα πέρατα της γής,

Έρχουντον στην Αθήνα

Των βασιλέων τα παιδιά

Στερηάς και του πελάγου,

Άλλα να ιδούν τα εργόχειρα

Των θαυμαστών τεχνήτων

Άλλα να σμίξουν τους σοφούς,

Να μάθουν επιστήμαις

Ν’ακούσουν παραδείγματα

Από τους φιλοσόφους.

Εκείνη η Αθήνα που αγροικάς

Που έλαβε τόσης φήμην,

Τώρα η σκλαβιά την έφαγε,

Τώρα δεν είναι πλέον.

Τώρα οι διαβάταις που περνούν,

Οι ξένοι που διαβαίνουν

Άλλον εκεί δεν βρίσκουνε,

Άλλον εκεί δεν βλέπουν

Παρά ένα έρημον χωριόν

Κει που ήτον η Αθήνα

Και έναν φιλάργυρον Αγάν

Στον τόπο του Αρεοπάγου.

Και ποιος ν’αράξη στο Μωρηά,

Και δάκρυα να μην χύση;

Και όποιος είχε τον ιδεί

Στον καιρόν των Ελλήνων,

Πρι του παρά να σκλαβωθή,

Έπρεπεν να πιστεύση

Τον είχαν κτίσει οι θεοί

Δια μιαν στολήν του κόσμου,

Και τώρα είναι άγριος και έρημος,

Και άγρια θερία θρέφει.

Όπου ρίξω το βλέμμα μου,

Όπου γυρίσω, βλέπω

Σκλαβιά, χηράδες, και αρφανά,

Και Τούρκους ματολαύταις.

Στην Ρούμελην κάθε πασάς,

Στον τόπον όπου ορίζει

Έστοντας εφταξούσιος,

Ό,τι του ορμήση κάμνει.

Γδύνει, αχανίζει φαμελιαίς,

Και χόρτασιν δεν έχει,

Όσον που να ιδή τον ραγιά

Γυμνόν και πεινασμένον

Και αν είν’κανένας πλούσιος,

Μαύρη, κακή του μοίρα!

Να χάση πλούτη και ζωήν

Κάθε ώρα κινδυνεύει.

Και τα καΰμένα τα νησιά

Ανάπαυσιν δεν έχουν,

Ποτέ δεν λείπουνε απ’εκεί

Οι κλέπτες της θαλάσσης,

Τούρκοι, Φράγκοι, και Βάρβαροι,

Όλοι τα κατατρέχουν

Και ποιος να ιδή την Έγριπον

Να μην κακοκαρδίση;

Την Ρόδο να μην λυπηθή,

Την Κρήτην να μην κλάψη;

Και τα επίλοιπα νησιά

Να μην αναστενάξη;

Βγαίνει και ο Καπετάν πασάς,

Μια φορά τον χρόνον,

Με αρμάδα στο Αρχιπέλαγο

Τον γύρον του να κάμη,

Τρομάρα πιάνει τα νησιά,

Σαν μάθουνε πως φθάνει

Με χρυσά δώρα τρέχουνε

Να τον συναπαντήσουν.

Έτσι και δεν τους ωργισθή

Και δεν τους αφανίζει,

Και ακόμη όλα δεν τα’ακουσες

Όσα οι Ρωμαίοι παθαίνουν,

Κάθε Τούρκος και τύρρανος,

Κάθε Ρωμαίος και σκλάβος,

Ο Τούρκος δέρνει τον Ρωμηόν,

Και ποίος να του μιλήση;

Και να σκοτώση ένα ραγιά,

Ποιος πάει να τον καλέση;

Να μην θαρρής τι ένας Ρωμαιός

Από φοβέρα αφίνει

Να κτυπήθη του βάρβαρου,

Που τρέχει να τον δείρη!

Ρωμηός εις τα’άρματα ποτέ

Τούρκον δεν εφοβήθη,

Μα πρέπει να έχη απομονή,

Ότι αν βαρέση Τούρκον,

Μπορεί να πάρη τα βουνά,

Και ας πάν να τον γυρεύουν!

Μα οι Τούρκοι που δεν σύγχωρουν

Ρωμαίου που να βαρέση,

Πέφτουν και κάνουν αθεσιά

Απάνω εις τους δικούς του.

Νάσουν ποιαίς είναι των Τουρκών

Η κρίσες στον Λεβάντε.

Πόλι μου , που είν’τα κάλλη σου;

Πόλι δυστυχισμένη,

Πόλι μου, φως που εφώτιζες

Ανατολή και Δύσι!

Και τώρα είσαι η κατοικιά

Βαρβαρωτάτου γένους

Και βλέπεις την Άγιαν Σοφιά

Στου Αγαρηνού τα χέρια

Να κάθεται και ο Μάωμεθ

Εις των Γραικών τον θρόνον,

Να θρέφη τα Ρωμαιόπουλα

Με της σκλαβιάς το γάλα.

Ευρώπη, και τι σου έκαμα,

Και χαίρεσαι να βλέπης

Ένα θεριό στον θρόνον μου,

Που δεν χορταίνει αίμα;

Μ’ένα σημάδι του χεριού

Χίλια κεφάλια πέφτουν!

Και εγ’όλα ταύτα βλέπω τα,

Και μαύρα δάκρυα χύνω

Και που να’πω τα πάθη μου,

Κανένανε δεν έχω.

Κανένας δεν ευρέθηκε

Να με παρηγορήση

Φαρμάκι ωσάν τι επότισα

Όλην την οικουμένην,

Και όλοι μ’αλησμονήσανε,

Κανείς δε με λυπάται,

Και οι Μόσκοβες, οι φίλοι μου,

Η μοναχή μου ελπίδα,

Και τι καλό μου εκάμανε

Σαν ήλθαν στον Λεβάντε;

Να μ’αφανίσουν τα νησιά,

Και να με παραιτήσουν

Και πάλιν με τον τύρρανον

Να κάμουν την αγάπην.

Νάσου σε τι ακατάστασιν

Μ’ήφερεν η σκλαβία,

Σκλαβία τόσο σκληρή

Στον κόσμο δεν εφάνη,

Και ελπίδα από καμμιά μεριά

Να λυτρωθώ δεν έχω.

Και συ μου λέγεις να χαρώ

Παιγνίδια να βαρέσω,

Που αλλού, παρά στα δάκρυα μου,

Παρηγοριά δεν βρίσκω. (4)

Ο Δήμος Στεφανόπουλος, μετά από αυτό υποσχόμενος στους Έλληνες δίπλα του ότι η Γαλλία και ο Βοναπάρτης θα σταθεί δίπλα στην Ελλάδα, και θα φυτέψει το δέντρο της ελευθερίας στην Πόλη, τους ευχήθηκε ότι μέχρι τότε οι Έλληνες να μείνουν ενωμένοι και χαιρετώντας όπως αυτοί αναφώνησε «Ελευθερία ή Θάνατος»…

Τελικά δεν άργησε πολύ ο καιρός και τον Μάρτη του ’21 οι Έλληνες χωρίς να περιμένουν κανένα Ναπολέοντα ή μαρμαρωμένο βασιλιά έκαναν αυτό που τους είχε προτρέψει ο μεγάλος Έλληνας Ιάνος Λάσκαρις στις αρχές του 16ου αιώνα(5) :

« Στήσετ’ελευθερίης θάσσον χορόν, αγλαά τέκνα

Ελλάδος ηγαθέης ήθεα μαιόμεναι»

(1) Epistola Theodori Zygomalae ,Chroniques gréco-romanes: inedites ou peu connues, pub. avec notes et tables genealogiques,1873, Carl Hermann Friedrich Johann Hopf, σελ.236

(2) Bibliotheque grecque vulgaire /publiee par Emile Legrand. Paris :Maisonneuve et Cie,1881,τομ.2, σελ.315

(3) Recueil de poemes historiques en grec vulgaire : Relatifs a la Turquie et aux principautes danubiennes / publiees, traduites et annotes par Emile Legrand,στιχ.137-136, σελ.40.

(4) Voyage de Dimo et Nicolo Stephanopoli en Grèce : pendant les années V et VI (1797 et 1798)... d'après deux missions, dont l'une du Gouvernement français et l'autre du général en chef Buonaparte. [Volume 2], Stephanopoli de Comnène, Dimo (1729-1802), εκδ.1799, σελ.74.

(5) Bibliographie hellenique, ;ou description raisonnee des ouvrages publies en Grec par des Greces aux Xve et XVIe siecle, Emile Legrand. Paris, 1885-1906, τομ.1, σελ.31.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Προς την Επανάσταση, ταυτότητα των Ελλήνων.(β)

Συνεχίζοντας ,θα ήθελα να τονίσω τα χαρακτηριστικά της πρώιμης μεταβυζαντινής εποχής, που κάποιοι τα έχουν αποδώσει μόνο στα χρόνια λίγο προ της Επανάστασης, και είναι εμφανή στους Έλληνες συγγραφείς, λογίους αλλά και ιεράρχες, μοναχούς κ.τ.λ..

Ανάμεσα στους πολλούς άξιους λόγιους της εποχής του, ο Ιανός Λάσκαρις, με καταγωγή από την Πόλη, γεννημένος το 1445, που έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Ιταλία, διδάσκοντας ελληνική φιλοσοφία και λογοτεχνία, δεν έπαψε να προσβλέπει και να ελπίζει στην απελευθέρωση της Ελλάδας, υποστηρίζοντας μια νέα σταυροφορία από τη Δύση.

Όταν Πάπας της Ρώμης έγινε ο Λέων ο Ι΄ , ο Λάσκαρις ανέλαβε να ιδρύσει Ελληνικό Γυμνάσιο στη Ρώμη, με την υποστήριξη του πάπα, με σκοπό τη διάδοση της ελληνικής φιλοσοφίας σε Έλληνες και μη, έχοντας μαθητές όπως τον Κωνσταντίνο Ράλλη, το Νικόλαο Σοφιανό, τον Χριστόφορο Κοντολέον, το Ματθαίο Δεβαρή και άλλους.

Όταν όμως ο Λάσκαρις μετέβη στη Γαλλία στην υπηρεσία του εκεί βασιλιά, και αφού είχε πεθάνει ο πάπας Λέων Ι’, το Γυμνάσιο που είχε ιδρύσει φαίνεται να έπαψε να λειτουργεί και η επιστολή του λόγιου Αρσένιου τον Μονεμβασίας προς τον Λάσκαρι είναι ενδεικτική της σημασίας της για τους Έλληνες:

«Επι Λέοντος του άκρου αρχιερέως αίτιος εγένου τοις των Ελλήνων βουλομένοις μεν, μη δυναμένοις δε τη πενία, της περί τους ελληνικούς λόγους σπουδής, πείσας τον αρχιποιμένα γυμνάσιον εν Ρώμη αναδείξαι δύο και δέκα μειρακίων ελληνικών, ο δη και ανέδειξε σου καταβαλόντος τα σπέρματα, ο δε τα σπέρματα καταβαλών, ως ο καλός φησι ρήτωρ, ούτος των φύντων αίτιος. Μέχρι μεν ούν εκείνος διετέλει τοις ζώσι συναριθμούμενος και αυτός παρών ετύγχανες ο τα καλά σπέρματα τοις εκείνου υποσπείρων ωσίν, επίδοσις ου μετρία τω γυμνασίω εγίγνετο, αποιχομένου δ’εκείνου κακοδαιμονία τη ημετέρα, συναπέσβυ και το γυμνάσιον. Αλλ’ώ θειότατε υπερίστασο και αύθις του γένους, εν σοι γαρ μόνω το των Ελλήνων γένος εξήρτηται.»(1)

Επίσης ο αξιολογότατος Ρεθυμνιώτης λόγιος Μάρκος Μουσούρος, που επίσης έζησε στην Ιταλία, και εξέδωσε αρκετά βιβλία από το τυπογραφείο του φιλέλληνα Άλδου Μανούτιου(Aldo Manuzio/Aldus Manutius) , αφιερώνει τον παρακάτω πρόλογο της έκδοσης του Παυσανία, το 1516, τονίζοντας τη σημασία της μόρφωσης των Ελλήνων που υπέφεραν από την
«πολυετή δουλείαν»:

«…, πρώτοι μεν οι Λατίνοι γευσάμενοι, ενεφορήθησαν άχει κόρου, πολλαπλασιάσαντες τε τα συγγράμματα των παρ’εαυτοίς σοφία και συνάμει του λέγειν διαπρεψάντων εντελείς των πεπαιδευμένων εκάστω παρεσκευάσι βιβλιοθήκας, έπειτα δε και οι περί Χαλκονδύλην(sic) και σε τους αυτόχθονας της πρεσβυτέρας Ελλάδος και τοις ωγυγίοις εκείνοις ήρωσιν ομοσπόρους επεχείρησαν ημεδαπών εν τυπώσει βιβλίων πολλάς τε Ομήρων και Λουκιανών Απολλωνίων τε και επιγραμματογραφών ποιητών δαψιλώς επιδόντες φιλέλλησιν εκατοντάδας επηνέθησαν διαφερόντως…»

«…, συ γαρ των άλλων τα καθ’εαυτούς σκοπούντων κοινός απανταχού των Ελλήνων καθίστασαι προστάτης, συ ως ουδείς έτερος υπέρ της Ελλήνων σωτηρίας εγρηγοράς πάσι τοις καιροίς επακολουθών…»

«…, νυν δε Ρώμης αρχικράτορας θεραπεύων(σ.σ. τον Πάπα εννοεί), εφ’ώτε τους Έλληνας απαλλαγέντας της πικροτάτης και χαλεπωτάτης δουλείας εις ελευθερίαν εξελέσθαι

«Και νυν εν Ρώμη διατρίβων τιμώμενός τε και θαυμαζόμενος υπό των εκεί, πρόξενος ως αληθώς γέγονας των Ελλήνων, τοις μεν αφικνουμένοις πολλάκις υπέρ δυνάμιν δωρούμενος, των δ’απόντων επιμελούμενος, τους δε φιλτάτους τοις περί τον κρατούντα συνιστάς, θαυμαστά μεν ούν και ταύτα σημεία δόξειεν αν της σης προς τους Έλληνας ευνοίας.


Ορών γαρ ενίους των ημεδαπών δια την πολυετή δουλείαν ούτε μεν επιλαθομένους εαυτών, ως μηδέποτ’ ανανήφειν και μηδεμίαν όλως των προγόνων έχειν έννοιαν, αλλ’εθελοκακούντας πολιτικού βίου παιδεύσεως τε και αγωγής ολιγώρως έχειν. Ούτω δε κακοδαιμονάν, ως αυτούς μεν απαιδευσία συζήν και τετυφώσθαι, εν μόνον ηγουμένους είναι σοφόν και διαρκέστατον της ες ουρανόν αναβάσεως εφόδιον, το μήτ’ελαίου γεύεσθαι, μήτ’ εναίμων ιχθυών, εν αίς νηστεύουσιν ημέραις, τοις δε παιδείας ερασταίς φθονείν εκ του προφανούς, των ποιηταίς ή φιλοσόφοις ενασχολουμένων ευθύς καταγιγνώσκοντας πολυθεΐαν τοιούτο, ει προς την θεήλατον ταύτην ημών μεμηχάνησαι συμφοράν. Ως γαρ μη παντάπασιν αποσβεσθή το σωζόμενον έτι των ελληνικών λόγων καίπερ λίαν αμυδρόν όν, ουκ ολίγους εκ τε Κρήτης, εκ τε Κορκύρας και των παραθαλασσίων της Πελοποννήσου μετεπέμψω νεανίσκους των μήτε φύσιν αγεννών, μήθ’υπό χάσμης και νωθρότητος εκνεναρκωμένων, αλλ’αγχινοία τα περισήμων και το ταλαίπωρον εχόντων εν τη ψυχή…»

«…και γάρ εμμέτρως άδοντες, καταλογάδην τε συγγράφοντες κηρύξουσι την λαμπρότητα του Γένους, ώ συ μάλιστα δίκαιος ει σεμνυνόμενος, υμνήσουσι των προγόνων σου, των πανσεβάστων της Ελλάδος αυτοκρατόρων(σ.σ.αναφερόμενος στους αυτοκράτορες Νικαίας Λασκαρήδες) της αρετήν, ούς όμως διεδέξαντο και απανθρώπως οι δια την σφετέραν αυτών μοχθηρίαν το μεν Τούρκων έθνος τηλικούτον καταστήσαντες ηλίκον ορώμεν, το δ’ημέτερον εκ βάθρων καθελόντες μνημονεύουσιν, ής έτυχες αγωγής άντικρυς ελευθερίου και τοις ευ γεγονόσι προσηκούσης, αποκαλέσουσι σε πατέρα των λόγων και της ιπποκρήνης ανακαινιστήν της Ελληνίδος, άτε δη παρημελημένην ήδη παρ’Ελλήσι την ποιητικήν δύναμιν ανασώσαντα και μετά πολλά ετών περιόδους πρώτον άκια Μουσών οιόν τε γενόμενο άσαι…»

«…, της διανοίας προς την περιλάμπουσαν αυγήν του μεγάλου Λασκάρεως δόξαν μη τολμώσης αντιβλέπειν, γονυπετείς ευξύμεθα τω πάντ’εφορώντι και κυβερνώντι Θεώ, ίν’είπερ οιόντ’εστί περιαλγήσας τη ανεκδιηγήτω πανωλεθρία των ελλεεινών Ελλήνων, των πριν μεν στατηγίαις και νομοθεσίαις , επιστήμαις τε και τέχναις πολυειδέσι και ταις εις άπαντα τα πέρατα της γής αποικίαις το ανθρώπειον γένος παιδευσάντων τε και νουθετησάντων, ημερωσάντων τε και κατακοσμησάντων, νυν δε φθονώ και επηρεία της κακής τύχης μήτ’αυτοκρατορικοίς σκήπτροις ερειδομένων μήτε πατρίδα(φεύ των κακών) ή πόλιν αυτόνομον εχόντων, ες βαθύ και μακρόν και λιπαρόν γήρας διασώζη καπί δέκα παρατεινάντας γενεάς υγιείς διαφυλάττη Λέοντα(σ.σ. παπας Λέων Ι’), τον υπέρτατον ιεράρχην και σε, του μεν γαρ παρορμώντος, του δε κατορθούντος υμών ελευθερωθήσεται μεν η Ελλάς, οι δε φιλομαθείς και φιλοθεάμονες εμφιλοχωρήσουσιν αδεώς τη Πελοποννήσω των βαρβάρων άρδην αφανισθέντων, και τον Παυσανίαν ανά χείρας έχοντες ανέσεως χάριν περιοδεύσουσι τα πάντα κύκλω…» (2)

Ο πατριωτισμός του Λάσκαρι, και η λύπη του για την κατάσταση της Ελλάδας, είναι…χαραγμένη ακόμα και στον τάφο του, στον ναό της Αγίας Αγάθης στη Ρώμη, όπου έχει χαραχτεί η επιγραφή κατ’εντολή του ίδιου το παρακάτω τετράστιχο:

«Λάσκαρις αλλοδαπή γαίη

ενικάτθετο γαίην,

Ούτι λίην ξείνην, ώ ξένε,

μεμφόμενος.

Εύρετο μειλιχίην. Αλλ’αχ-

θεται, είπερ Αχαιοίς.

Ουδ’έτι χούν χεύει πατρίς

ελευθέριον(3)

«Σε ξένη γή θάφτηκε ο Λάσκαρις. Μάθε ότι δεν λυπάται για τη φιλοξενία αυτή.Τη βρήκε γλυκιά. Ο πόνος είναι ότι η πατρίδα δε δίνει πια ελεύθερο χώμα για την ταφή των Ελλήνων.»

Ενώ επίσης σε ένα επίγραμμα, ενδεικτικό της πλέον αυτονόητης σημασίας του «Έλλην», αυτή τη φορά στη Θεσσαλονίκη, προς τιμή του Πολίτη λόγιου Λουκά Σπαντούνη, χαραγμένο στον τάφο του, το 1481 διαβάζουμε:

«Αύχημα δειχθείς του των Ελλήνων γένους,

τω προϊόντι του των αρετών κύκλου,

και την πατρίδα αποβεβληκώς, οίμοι,

της βαρβαρικής ου μετέσχες κηλίδος.

Τω γαρ πατρίων αρετών εξημμένος,

χρυσός ώσπερ τις ή αστήρ εωσφόρος

έλαμψας λαμπρώς τω των αρετών κάλλει.

Σωφροσύνην γάρ και ανδρείαν ασκήσας,

την τε φρόνησιν, και την ισονομίαν,

άς βάθρον έθου αρετών των ενθέων,

άγαλμα θείον τοις πάσιν ανεδείχθης.

Θέλγων δη πάντας τη των λόγων σειρήνι,

και τη γλαφυρά του κάλλους αγλαΐα,

και τοις γενναίοις των έργων καταπλουτών,

εν τη ακμή, φεύ, των μεγίστων ελπίδων

οίχη μοι, το φως και κλέος της ζωής μου,

το κοινόν κλέος, η σειρά του χρόνου, έν οίς

η της φύσεως λαμπρά φιλοτιμία.

Αί,αί, της εμής και κοινής δυστυχίας!

Οία υπέστην(σού πέρι), φεύ του πάθους,

Φίλη κεφαλή, ελπίς, ζωή, φώς, τέρψις,

Του Βυζαντίου και των Ελλήνων όρπηξ.» (4)

Επίσης, ενδεικτική της κατανόησης της ανάγκης για διδασκαλία των ελληνικών γραμμάτων, είναι η επιστολή του Πατριάρχη Διονύσιου του Β’(πατριάρχης 1546-1556), γνωστού και ως Γαλατιώτη, λόγω της καταγωγής του από τη συγκεκριμένη περιοχή της Πόλης, προς τον Ζακυνθηνό λόγιο Ερμόδωρο Λήσταρχο, ο οποίος δίδασκε στην Ιταλία. Ζητώντας του να επιστρέψει από την Ιταλία για να διδάξει τους Έλληνες:



« Τω περιποθήτω υιώ κατά Πνεύμα της ημών μετριότητος, Ερμοδώρω τω Ληστάρχω ειρήνην και υγίειαν από Θεού Παντοκράτορος.

Ότι Έλλην ει και σοφίαν μετιών, πάλαι μεν η φήμη πέπεικεν ημάς, ούχ ήκιστα δε και νύν, του ιερωτάτου μητροπολίτου Ναυπλίας και Μιχαήλου του Σοφιανού πολλά διεξιόντος σου πέρι. Όπως ούν μηδέν ελιννύσας έλθης ως ημάς, των αυτών τοις ομογενέσι μεθέξων, ών Λατίνοις προσισχόμενος απολαυείς, εκείνοι μεν γαρ και άλλους έχουσι τους εκπαιδεύσοντας, Έλληνες δε ούκ έτι, εν δίκη μεν τα’αν μάλλον επαινοίο, το πτώσιν απειλούν υπερείδων, ή το βεβηκότι και ασφαλεί προστιθέμενος.» (5)

Σημαντικότατη προσωπικότητα της εποχής, ο Φραγκίσκος Πόρτος(16ος αιων.), γόνος φτωχής Ρεθυμνιώτικης οικογένειας, ο οποίος ορφανεύοντας μετανάστευσε στην Ιταλία, και έφτασε ως την Ελβετία διδάσκοντας τα ελληνικά.
Η αλληλογραφία του με τον μεγάλο ελληνιστή Μαρτίνο Κρούσιο (Martin Crusius/Kraus) είναι αποκαλυπτική των συναισθημάτων ενός Έλληνα της εποχής όσον αφορά στον Ελληνισμό, στη μόρφωση των Ελλήνων, και στην κατάντια των συγχρόνων, μη κρύβοντας όμως την περηφάνια του για την διάδοση των ελληνικών γραμμάτων σε μη Έλληνες.

Ξεκινώ με την επιστολή του Κρούσιου προς τον Φραγκίσκο Πόρτο, με ημερομηνία 2 Σεπτεμβρίου 1570:

«Προ πολλού μεν ήδη σπουδάσας γνώριμος τινι των Ενετίησι διαγόντων Ελλήνων γενέσθαι, της μου προθέσεως απέτυχον μέχρι δεύρο, ουκ ειδώς το αίτιον τι, έπειτα δε, πυθόμενος τα περί σού, σοφώτατε άνερ, ως Έλληνός τε το γένος όντος, και της ελληνικής παιδείας ευ μάλα έχοντος, και εν Γενεύη ταύτης προεστώτος, σφόδρα εχάρην…

…Επιθυμώ τοίνυν, λογιώτατε κύριε, υπο σου γνωσθήναι, ως της Ελλάδος φωνής και του ελληνικού έθνους (φεύ της αυτού υπο τοις βαρβάροις δουλείας) θαυμαστής τε και φίλος, ως ουδείς των ομοεθνών μάλλον βούλομαι ούν, όσον δύναμαι, δεηθήναι σου, συγγνώμην μοι της τόλμης απόνείμαι, καμέ τουμού πόθου επιτυχή καταστήσαι, λίαν ησθησόμενο, ει εκ των της ονομαστοτάτης Ελλάδος λειψάνων, καν ενός την γενέαν Έλληνος ανδρός, Γερμανός ών, γνώσεως και προσρήσεως ευτυχοίην. Εύλπις δ’άρα ειμί, τεκμαιρόμενος τω προσηνεί και κομψώ, ών υπο σού εκδοθέντων επιγραμμάτων και επιστολών εν διαφόρων βίβλοις είδον. Χαρισαίο τοίνυν, Ελλήνων άριστε, καπειδάν κατά τούτο χαρίση,…»(6)

Η απάντηση του Φραγκίσκου Πόρτου είναι άκρως ενδιαφέρουσα:

«…, τοσαύτην όμως σπουδήν ποιείς του γνώριμος γενέσθαι ανθρώπω, Έλληνι μεν το γένος, τάλλα δε, παιδείας και καλών των τοις των Ελλήνων σοφοίς υπαρχόντων, ή παντελώς αμοιρούντι ή μετριώτατα μετέχοντι, εδάκρυσα δε τοσαύτην ακαταστασίαν και τύχης μεταβολήν γεγονέναι, ως τας Αθήνας, την της Ελλάδος Ελλάδα, το φώς της οικουμένης, τον ιερόν των Μουσών σηκόν, την απασών των υφ’ήλιον ελευθερωτάτην πόλιν δουλεύειν (φεύ) νύνι βαρβάροις, και ολέθροις και ούδ’αυτό το περιφανέστατον όνομα διασώζειν, παιδείαν δε και λόγους αλλαχού της γής, εν εθνέσιν αλλοδαποίς (Βρετανοίς εσχάτοις, Κέλταις και Γερμανοίς) ασκείσθαι και διάσημον είναι. Ταύτην εδάκρυσα την τύχην, αναγνούς την σην επιστολήν, και διεξελθών τα καθ’έκαστον αυτής μετ’εκπλήξεως.

Ου μην, αλλ’επειδή των πάντων διαδοχή και ουδέν εστι των όντων, όπερ ποτέ εις πείραν μεταβολής ούκ έρχεται, οιστέον γεναιώς το πεπρωμένον και στερκτέον, ότι εν αλλοφύλοις έθνεσιν, και πορρωτάτω της γης οικούσιν υπό πλείστων και τοιούτων, οίος εί συ, ανδρών το της Ελλάδος όνομα, δίκην μητρός γνησίας τιμάται και στέργεται και φαίνεται τριπόθητον είναι…»(6)

Την ίδια περηφάνια δεν ένοιωθε όμως για την οικειότητα ξένων με τα ελληνικά γράμματα και σοφία, ο Μιχαήλ Ψελλός, τον 11ο αιώνα, μισή χιλιετία πρινκαι από τις σπουδαιότερες μορφές που έδωσε το Βυζάντιο , καθώς θεωρούσε ντροπή να καυχιόνται οι ανατολικοί λαοί(Άραβες, Πέρσες κ.α.) για την σοφία των Ελλήνων:

«Την δε των Ελλήνων σοφίαν προθέμενος επαινείν απολοφύρεται ως εικός, ότι δέον τους γνησίους του λόγου κληρονομείν, το βάρβαρον και αλλότριον τον πλούτον της σοφίας ουδέν προσήκοντα διεδέξαντο. Και η μεν Ελλάς σχεδόν άπασα και η άποικος Ιωνία των πατρώων ακριβώς εξεκόπησαν, ες Ασσυρίους δε και Μήδους και Αιγυπτίους ο κλήρος μετωχετεύθη, και τοσούτον η τάξις αντέστραπται, ως βαρβαρίζειν μεν τους Έλληνας, ελληνίζειν δε τους βαρβάρους, και Έλλην μεν ανήρ, ούτω συμβάν, ες Σούσα ή Εκβάτανα αφικόμενος τα πάλαι του Δαρείου ανάκτορα και Βαβυλωνίοις συγγενόμενος, ακούσεται περί ων ελληνίζων ούκ ήκουσε, και θαυμάσεται των ανδρών έκαστον , και τότε πρώτον ίσως γνώσεται ότι σοφία του παντός. Αλαζών δε τις είς ημάς παραγενόμενος βάρβαρος και τοις εν τη Ελλάδι και τη καθ’ημάς απάση ηπείρω εις ομιλίαν εληλυθώς, ουδ’ημιόνοις τοις πολλοίς συγχωρήσειεν, αλλ’όνοις άντικρυς, οι γαρ πλείους ουδ’εξ ημισείας ούτε την φύσιν, ούτε το υπέρ ταύτην επίστανται, …»(7)

Ένα ακόμα σπουδαίο μνημείο των Ελληνικών ιδεών του 16ου αιώνα είναι το παρακάτω υπόμνημα της Κρητικού Αρχιεπισκόπου Μονεμβασίας Αρσένιου Αποστόλη προς τον πάπα Παύλο τον Γ’, παραπονούμενος για τις αδικίες που υφίστανται οι Έλληνες από τους Βενετούς κατακτητές:

Μάχονται Αγαρηνοί Χριστιανοίς, αμφότεροι δε τοις ταλαιπώροις Γραικοίς, εκείνοι μεν γαρ το ημάτερον βασίλειον ανηλεώς ηνδραπόδισαν και τας πόλεις κατέσκαψαν και το γένος ημών εις τα της γής πέρατα, ώσπερ τινάς Αιγυπτίους αγύρτας, περιπλανάσθαι και περιέρχεσθαι διεσκέδασαν, των δ’Εσπερίων τινές(σ.σ.εννοεί τους Βενετούς) ουχ όπως ουκ ανίστανται προς εκδίκησιν του γένους ημών, αλλ’εί τι και πόπανον υπό των θεοστυγών εκείνων είη που καταλελλειμμένον εν τη Ελλάδι, κακείν’αρπάζοντες κατεσθίουσι, πέμποντες ημίν ανηλεείς τινας επιτρόπους, μάλλον δ’ειπείν τελώνας, οίς των επισκόπων πωλούσι τα εισοδήματα, οίς ουκ αρκεί κουρεύειν εν χρώ τα ταλαίπωρα πρόβατα, και το γάλα εκπίνειν και κατεσθίειν γε τον τύρον, αλλ’ουδ’αυτών των δερμάτων απέχονται….

…Τα πατρώα αιτούμεν, παναγιώτατε, και ταύτα μέρος εκείνων πολλοστημόριον. Ούκ αιτούμεν σκιάδιον πορφυρόβαφον, πολυτελές τε και πολυπρόσοδον, καίτοι ούδ’απεικός ήν ένα ή δύο των Ελλήνων εν τοσούτοις παντοδαποίς εναριθμείσθαι των καρδινάλεων, ουδέ ζητούμεν πολυτάλαντους αρχιεπισκοπάς, ούδ’επισκοπάς και αββαδίας των παχειών, αλλ’ολίγον τι φίλον τε….

…Ταύτην πέμπω τη υμετέρα παναγιότητι, ώστε ζωώσαι αυτήν, εμπνεύσαντα ζώσαν ψυχήν τω παναγιωτάτω σου στόματι, και τότε δη τους των Ελλήνων λόγους αναζωπυρώσεις τα λοίσθια πνέοντας, και δείξεις εν Ελλάδι Ιταλούς ελληνίζοντας και Έλληνας ιταλίζοντας, εκατέρους αρίστους ταιν γλώτταιν(8)

Συνεχίζεται…

(1) Gabrielis Severi et aliorum Graecoum recentiorum epistolae,1754, σ.132.

(2) Marci Musuri praefation ad Pausaniam mense Iulio, a.1516, Venetis editum

(3) Νεοελληνική Φιλολογία, ήτοι Κατάλογος των από πτώσεως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέχρι εγκαθιδρύσεως της εν Ελλάδι βασιλείας, τυπωθέντων βιβλίων παρ’Ελλήνων εις την ομιλουμένην, η εις την αρχαίαν ελληνικής γλώσσαν. Ανδρέου Παπαδόπουλου-Βρετού, Αθήνα,1854, σελ.298

(4) Voyage du sieur Paul Lucas, fait par ordre du roy dans la Grèce: L'Asie ... ,Paul Lucas, σελ.317.

(5) Ελληνομνήμων ή σύμμικτα ελληνικά : σύγγραμα ελληνικόν, Μουστοξύδης, Ανδρέας, 1847, αρ.10, σελ. 598

(6) Δ. Καμπούρογλους, Μνημεία της ιστορίας των Αθηναίων επί Τουρκοκρατίας, τ. Α`, σελ.72.

(7) Bibliotheca Graeca Medii Aevi, τομ.Δ, Κ.Σάθας, σελ.XLVII, παρ.Κώδιξ Παρις., φυλ.50.

(8) Έκδοση των Σχολίων εις Ευριπίδην υπο Αρσενίου Αρχιεπισκόπου Μονεμβασίας, Legrand, Bibliographie Hellenique, τομ.Α, σελ.222-223.